How I Met Your Mother – Μια Ιστορία για την Πρωτοχρονιά

«… Εγώ βασικά πήγα στο πάρτι, επειδή λύσσαξε ο κολλητός. «Έλα ρε, μην είσαι σπαζοκλαμπάνιας να πούμε, δε μπορώ να πάω μόνος μου. Έλα, θα έχει ωραία μωρά σου λέω, τι θα κάτσεις να κάνεις ρε γεροντοκόρε πάλι μόνος σου παραμονή Πρωτοχρονιάς στο σπίτι, θα λιώσεις στο gaming;»

Για να είμαι ειλικρινής, αυτό ακριβώς είχα σκοπό να κάνω. Να φορέσω το πρωτοχρονιάτικο κοστούμι μου – παντελόνι πυτζάμας και T-shirt MANOWAR – και με το εορταστικό ποτό μου στο χέρι (καφάσι μπύρες) να υποδεχτώ τον καινούριο χρόνο σφάζοντας εχθρούς και ρουφώντας το μεδούλι τους, φίλε! Θα φορούσα και τον σκούφο μου με τις κοτσίδες των βίκινγκς και σώβρακο γκάρφιλντ ντυμένο Άγιο Βασίλη, έτσι για την αλητεία. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Αν δεν ήταν αυτή ιδανική παραμονή Πρωτοχρονιάς, όπως την είχα στο μυαλό μου, τι θα μπορούσε να είναι!

Αλλά ο κολλητός, δεν καταλάβαινει Χριστό. Εμφανίστηκε σπίτι μου 9-παρά, ίσα που ετοιμαζόμουν να κάνω log in και άρχισε να με ντύνει με το ζόρι.  Η γειτόνισσά του τον είχε καλέσει στο πάρτι της και ντρεπόταν να εμφανιστεί μόνος επειδή δεν ήξερε κανέναν από τους φίλους της. Και είχε σοβαρό κίνητρο να θέλει να πάει στο πάρτι. Η γειτόνισσα είχε κορυφαία προσωπικότητα (στήθος κόλαση και ζόρικες αεροτομές στο πίσω σύστημα) και του είχε κάνει και like σε ένα ποστ του – το λες και σχέση, δηλαδή. Και έπρεπε να πάω και γω. Να του κρατάω το φανάρι. Μου θύμησε πως σε μια μάχη είχε σώσει το τομάρι μου. Η αλήθεια είναι πως συχνά πολεμούσε δίπλα μου, είχαμε ζήσει επικές μάχες. Και τώρα έπρεπε να του το ξεπληρώσω. Να τον βοηθήσω να «σκοράρει» κι αυτός. Κάπως έτσι λοιπόν, αποχωρίστηκα το «επίσημο ένδυμα καλοσωρίσματος νέας Χρονιάς λιώνοντας στο p.c. μου» και ξενερωμένος ντύθηκα για το ρημαδοπάρτι του μωρακίου.

Με το που σκάσαμε μύτη, μας πέσανε τ’αυτιά. Που ήρθαμε ρε φίλε;! Τίγκα στη γραβάτα, τη γόβα και τα ντακ φέης. Και lounge μουσικάκι, έτσι για να με αποτελειώσουν! Δυσοίωνα τα πράγματα, μαύρη πρωτοχρονιά θα έκανα!

Το καλό της υπόθεσης ήταν πως το μωράκιο για το οποίο ήρθαμε – η γειτόνισσα ντε – φαινόταν όντως να γουστάρει, με το που είδε τον κολλητό του’σκασε φιλί καλωσορίσματος (θα ορκιζόμουν πως είδα και λίγη γλώσσα) και τον πήρε από το χέρι, λογικά θα του έμπαινε καλά ο νέος χρόνος, τον έκοβα για test drive ανήμερα. Εγώ πάλι, καιγόμουν να γυρίσω σπίτι, είχα ελπίδες να μην χρειαζόταν η παρουσία μου στο φλωρόσπιτο με τους χλεχλέδες, ίσως να έκανα ποδαρικό με το καφάσι και το σκούφο μου τελικά.

Για την τιμή των όπλων και για να μη με πουν και αγενή, πήρα ένα ποτό που μου πρόσφερε μία τύπισσα με έντονα βαμμένα χείλη. Δεν ήταν κακή και άρχισε να μου τρίβεται, αλλά η φάτσα της έτσι όπως είχε βαφτεί, ήταν αστεία, δε μπορούσα να μη σκέφτομαι πως έμοιαζε με ροφό που είχε κολλήσει στο παμπρίζ, το στόμα της έπιανε τα 4/5 του προσώπου της, νόμιζα πως μιλούσα με βεντούζα, με αυτό που ξεβουλώνουμε τις αποχετεύσεις, όχι με άνθρωπο! Ευτυχώς, χτύπησε το τηλέφωνο της κι έτσι ξεκόλλησε από πάνω μου, είχα αγχωθεί πως μπορεί να μου έριχνε γλωσσόφιλο, λογικα μ΄αυτά τα χείλια αν με ρουφούσε, θα μου έφταναν οι κάλτσες στις αμυγδαλές. Με μία κίνηση αίλουρου, την έκανα στριφτή κι ετοιμάστηκα να την κοπανήσω, έστριψα δεξιά πίσω από το τεράστιο χριστουγενιάτικο δέντρο και σπινιάροντας, ΓΚΝΤΟΥΠ…

…έπεσα πάνω της.
1.85 εγώ, γύρω στο 1.60 με το ζόρι εκείνη. Παραλίγο να τη συνθλίψω. Ντυμμένη στα κατάμαυρα, μακρύ μαύρο μαλλί, ο χάρος ο ίδιος. Ανασήκωσε το μουτρωμένο φατσάκι της και με γλυκύτητα νταλικιέρη, ψέλλισε «Γκαβός είσαι ρε, τη τρέλα μου μέσα! Στα διάλα με όλους τους άκυρους εδώ μέσα».

Ετοιμάστηκα ν’απαντήσω όταν συνέβη. Έγινε. Με κοίταξε. Με δύο μάτια λέηζερ. Διαμαντοτρύπανα.  Αν η καρδιά μου ήταν κορμός δέντρου, πρέπει να χάραξε με τα μάτια της «ΤΟΝ ΗΠΙΕΣ, ΜΑΓΚΑ ΜΟΥ» επάνω. Έμεινα και την κοίταζα σα βλάκας, οι μουσικές είχαν σταματήσει, οι χλεχλέδες είχαν εξαφανιστεί, οι ροφοί είχαν χαθεί από προσώπου γης. Ήμασταν εκεί, μόνο εγώ κι εκείνη… Μου είχε κοπεί η ανάσα, κι όμως βρήκα δύναμη και απάντησα στην ερώτηση της αν ήμουν γκαβός, την τρέλα της μέσα. Η απάντηση μου ήταν ηρωική, θηριώδης, αποστομωτική.

«ΝΑΙ»

Γέλασε.
Κι έσκασαν δύο λακκάκια στο βλοσυρό, θυμωμένο φατσάκι. Και τα μάτια λέηζερ χάραξαν καρδούλες στη μούρη μου και το χνώτο μου μύριζε καψούρα.

«Ζγνώμη μπου πέσα παν σου», είπα, πιο εύγλωττα κι από ούγκανο που έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με άλλους ανθρώπους μετά από 20 χρόνια παραμονής του στη ζούγκλα του Αμαζονίου. Δάγκωσα τη γλώσσα μου και ξαναπροσπάθησα «συγνώμη που ΕΠΕΣΕΣ πάνω ΜΟΥ».

Ναι. Όχι.

Αν υπάρχει μητέρα όλων των μαχών, μόλις την είχα χάσει. Οπισθοχώρηση, βασικά έκανα μεταβολή κι ετοιμάστηκα να πέσω από τον 4ο που ήταν το πάρτυ, μπας και έσωζα λίγο την αξιοπρέπια μου, ως πτώμα λιωμένο σε καπό. Το προτιμούσα, από την ξεφτίλα που μόλις είχα φάει. Έσκυψα το κεφάλι κι έκανα ένα βήμα πίσω. Και τότε…

… μου άγγιξε τον καρπό.
«Μείνε», είπε και γέλασε. «Έχεις πλάκα».

Έμεινα.
Έμεινα εκεί πολύ ώρα. Όλο το βράδυ. Κι ήρθε πρωτοχρονιά. Και η επόμενη. Και η μεθεπόμενη παραμονή μας βρήκε να σχεδιάζουμε το γάμο μας και να διαλέγουμε μαζί εκκλησία και μήνα μέλιτος. Και δεν ξανάκανα πρωτοχρονιά πια μόνος μου, παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή. Αλλά το σκουφί με τις κοτσίδες βίκινγκ το φοράω καμιά φορά. Και το σώβρακο με τον γκάρφιλντ. Κι εκείνη γελάει μαζί μου. Όπως γέλαγε κι εκείνο το βράδυ, παραμονή πρωτοχρονιάς…

… Και να, έτσι λοιπόν, γνώρισα τη μάνα σας! Άντε στα κρεβάτια σας, λαμόγια τώρα! Το ξενυχτήσαμε απόψε και αύριο είναι παραμονή πρωτοχρονιάς! Πως θ’αντέξετε άυπνοι να περιμένετε τον Αι-Βασίλη!»

Χορηγός άρθρου: Panos Rekouniotis Wedding Photography – Φωτογραφία γάμου

Καλή Χρονιά, από το www.GamosPortal.gr!

Περιμένουμε τα σχόλιά σας