Άνδρα θέλω εγώ το βράδυ κι ας μην έχει ο λύχνος λάδι

Δεν με είχε προετοιμάσει ο πατήρ Ονούφριος και μου ήρθε κάπως απότομο, να τρέχω αξημέρωτο με ένα σωρό μπαγκάζια στα χέρια, προκειμένου να παντρέψουμε ένα ζευγάρι που κατοικούσε στην άλλη άκρη του Θεού. Χρειαστήκαμε με το ταξί πάνω από ώρα και τα χρειαστήκαμε, διότι ο ταξιτζής μας έβγαλε μια σούμα λυπηρότερη κι από λυπητερή.

-Γιατί δεν ερχόντουσαν εκείνοι στον ναό μας πάτερ, παρά τρέχουμε εμείς;
-Μην ορέγεσαι κουτσομπολιά Αγάπιε, και μην ψάχνεσαι. Για να μην ήρθαν σημαίνει δεν ήταν μπορετό.
-Δηλαδή, δεν μπορούσαν;
-Ακριβώς, δεν μπορούσαν.
-Κι αφού δεν μπορούσαν, γιατί δεν απευθύνθηκαν στον παπά της ενορίας τους;
-Γιατί ήθελα εγώ να τους παντρέψω, Αγάπιε. Γι’ αυτό. Είναι πνευματικά μου παιδιά.

Πνευματικά του μπορεί να ήταν, παιδιά όμως δεν ήταν. Σ’ όλη τη διαδρομή μου κουβέντιαζε τεχνηέντως για την ύπαιθρο, τις χάρες της, τα λουλούδια, τα μελίσσια και τους καινούργιους δρόμους που μειώνουνε τις αποστάσεις και αυξάνουν τα διόδια, για να μου αποκρύψει την ένοχη αλήθεια που μου φανερώθηκε όμως, ευθύς μόλις φτάσαμε. Ο γαμπρός ήτανε γεννημένος επί τουρκοκρατίας, η νύφη όταν υψώθηκε το Λάβαρο της Επανάστασης και εκεί που είχαμε φτάσει ήταν γηροκομείο. Αντί για παρανυφάκια μας υποδέχτηκαν δυο νοσοκόμες και ο ιδιοκτήτης. Νέο παιδί. Με όραμα και όρεξη. Είχε σπουδάσει γεροντολογία.

Μ’ έπιασε γέλιο νευρικό και προσπαθούσα να το κρύψω. Έβλεπα τη νύφη με ζαρωμένο πρόσωπο και φουφουδάτο νυφικό. Έβλεπα τον γαμπρό με τσαχπινιά στο βλέμμα, να την θωρεί και να γλυκαίνεται. Έβλεπα και τους φίλους τους να ξεκαρδίζονται απ’ τη χαρά για το μεγάλο γεγονός. Πήρα το θάρρος να γελάσω φανερά. Τόσα έβλεπα! Πήρε είδηση ο πατήρ Ονούφριος τις ορέξεις μου και με αγριοκοίταξε. Μαζεύτηκα. Κάπου στο βάθος ακουγότανε ένα ξεκούρδιστο πιάνο. Μια εθελόντρια πιανίστα έπαιζε το γαμήλιο εμβατήριο. Μας δόθηκε σήμα να κινήσουμε κατά το εκκλησάκι, έξω στην αυλή. Έκανε γλυκό καιρό.

Όσοι μπορούσανε να σηκωθούν σηκώθηκαν και ήρθαν. Κάποιοι ήρθαν χωρίς να σηκωθούν, σε καροτσάκι. Όλοι ενδεδυμένοι καταλλήλως για την περίσταση. Με σακάκια και ταγιέρ βγαλμένα από τη ναφθαλίνη, και με ολόκληρη την ιστορία του Νεοελληνικού Έθνους χωμένη στα στριφώματα. Με γραβάτες παλαιομοδίτικες, αλλά καλές. Με μαντήλια στα πέτα και φιλέδες στους κώτσους. Με μαλλιά καλοχτενισμένα από την προηγουμένη που τους επισκέφτηκε κομμωτής. Με κραγιόν στα χείλη, χρώμα στα νύχια, δαχτυλίδια και βραχιόλια μιας ζωής να κουδουνίζουν σε χέρια που τρέμουν.

Το μελλόνυμφο ζευγάρι έκανε είσοδο φαντασμαγορική. Φορούσε παντόφλες και στηριζόταν σε πι. Είχαν και οι δυο τεράστια προβλήματα στα πόδια, έμαθα. Δεν με έπαιρνε βέβαια ούτε να φανταστώ το γέλιο μου. Είχα τον πατέρα Ονούφριο ακριβώς απέναντι και μια προειδοποίηση στ’ αυτί. Αν δεν στεκόμουν σοβαρός θα με άφηνε να επιστρέψω με τα πόδια, να με φάνε οι αλεπούδες. Ώσπου να τελειώσει αυτό το πανηγύρι, πέρασα τα μαρτύρια των πρώτων χριστιανών. Λες και όλα συνέβαιναν για να με δοκιμάζουν.

Το ζευγάρι πότε καθόταν, πότε σηκωνόταν. Υπέφεραν και οι δυο απ’ το ισχίο, οπότε έβγαζαν το Μυστήριο καθιστοί και μοναχά στα ιδιαίτερα σημεία σηκωνόντουσαν. Ευαγγέλιο. Στεφάνωμα. Βέρες. Στο κάτσε – σήκω μας είχαν, κυριολεκτικώς. Τους έβλεπα κι έλεγα πως δεν θα προλάβουν να το ζήσουν, γιατί όπου να ‘ναι καταφθάνει ο Άγιος Πέτρος και θα τους διακόψει, όμως διαψεύστηκα. Το έζησαν μέχρι τέλους, ολοζώντανοι και χαμογελαστοί, με οδοντοστοιχία βέβαια ελλιπή.

Τα δυσκολότερα ήρθανε με τον χορό του Ησαΐα. Ποιόν χορό; Τον αργόσυρτο εκείνον βηματισμό, κάτω από του ρυζιού τη βροχή. Οι φίλοι του ζευγαριού τις είχανε ξεχειλισμένες τις χούφτες και το πετούσαν μπόλικο. Και ενώ αυτό δεν ήταν πρόβλημα για το ζευγάρι που είχε στο πι να στηριχτεί, για τον δύσμοιρο κουμπάρο που έπασχε από βαρύτατη κύφωση και τον τραβούσε η γης προς τα κάτω, στάθηκε τεράστια δυσκολία. Γλυστρούσε το πλακάκι. Πώς να βηματίσει και από πού να πιαστεί; Πάλι σε μένα έπεσε ο κλήρος. Πήγα από πίσω για να τον βαστώ και να τον σπρώχνω, ώστε να παίρνει τη σωστή κλίση σε κάθε στροφή. Όταν συμπληρώθηκαν τρεις τον πήγα μπροστά και τον ακούμπησα πλάι στον γαμπρό και τη νύφη που άκουγαν με προσήλωση τις συμβουλές του πατρός Ονουφρίου για την κοινή τους ζωή. Την αιώνια…

Στο γλέντι του γάμου, γιατί είχαμε και από αυτό, σερβιρίστηκε νερόβραστο κοτόπουλο – στήθος – με γαρνιτούρα φιδέ ή νερόβραστη πατάτα. Κάποιοι το έριξαν έξω και έφαγαν και καρότο βραστό. Αντί για τούρτα οι μαγείρισσες είχαν ετοιμάσει καζάνια με ρυζόγαλο και κρέμα αραβοσίτου. Ευωδιάσαμε από κανέλα και θύμησες, ανακατεμένες με μυρωδιά από φάρμακα και χρόνια που πεθαίνουν. Μια γριά με Αλτσχάιμερ, ρωτούσε ξανά και ξανά ποιά είναι η κυρία στο πιάνο. Εκείνη σηκωνότανε όρθια και της ξανασυστηνόταν. Ύστερα ξανακαθόταν και ξανάπαιζε. «Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα».
«Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα».
«Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα»
Άστα. Πήγαν ο Αττίκ και ο Σουγιούλ σύννεφο. Σοφία Βέμπο, Δανάη Στρατηγοπούλου, Νίκος Γούναρης. Πρόσφατες επιτυχίες!

Είχε φτάσει μεσημέρι και οι περισσότεροι έπρεπε να ξεκουράζονται, όμως το πρόγραμμα του γηροκομείου είχε για πάντα αναστατωθεί. Οι πιο κωτσονάτοι χόρευαν βαλς. Καβαλιέροι με ντάμες ή ντάμες μεταξύ τους, γελώντας τρανταχτά. Ο ιδιοκτήτης του γηροκομείου χόρεψε με όλες. Τις αγαπούσε. Τον έβλεπα. Τον λάτρευαν. Στεκόμουν σε μιαν ακριανή πολυθρόνα και έπινα. Μου γέμιζαν διαρκώς  το φλυτζάνι με τίλιο.

Είχα χάσει τον πατέρα Ονούφριο. Τριγυρνούσε στα επάνω δωμάτια. Τον ζητούσαν τα κατάκειτα γερόντια που δεν μπορούσαν να κατέβουν στη σάλα. Υπήρχαν και γερόντια που μπορούσαν, όμως δεν ήθελαν να βγουν απ’ το δωμάτιο. Πήγε σε όλους. Κάνανε παρέα. Κάποιοι ζητήσανε να εξομολογηθούν. Άμα θέλουμε να είμαστε σωστοί, κανονικά γι’ αυτό το Μυστήριο θα έπρεπε να είχαμε πάει. Νύχτωσε.

Αποφασίσαμε να μείνουμε εκεί το βράδυ. Τέλος πάντων, κρεβάτια δεν τους λείπανε. Επιστρέψαμε την άλλη μέρα το πρωί, πάλι με ταξί, όμως αυτή τη φορά κερασμένο. Η νύφη και ο γαμπρός έπαιρναν καλή σύνταξη και θέλησαν να μας καλύψουν τα οδοιπορικά. Αυτή τη φορά ο πατήρ Ονούφριος δεν φλυαρούσε, μόνο κοιτούσε το ταξίμετρο.  Κάποια στιγμή γύρισε να με δει.

-Παρατήρησες Αγάπιε, πως δεν έβγαλαν καμιά φωτογραφία; Αν ήταν νέοι, όλο φωτογραφίες θα έβγαζαν για να ‘χουν μετά να τις κοιτάνε.
-Δίκιο έχεις πάτερ.
-Και με συγχωρείς βρε Αγάπιε που σε αποπήρα. Ξέρω πως δεν γελούσες από κακό.
-Δεν πειράζει πάτερ, μεταξύ μας.
-Ναι, μεταξύ μας. Να με συγχωρείς. Γέλα τώρα όσο θέλεις. Έχεις και συ τα δίκια σου. Είχε πολλά ευτράπελα όλο αυτό…

Μα δεν μου έβγαινε πια γέλιο, παρόλο που την είχα την άδεια, γιατί είχα δει τους νεόνυμφους. Να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους με το νερό, να καταπίνουν τα χάπια τους γελώντας, να κάνουν όνειρα αποκοιμισμένοι αγκαζέ στον καναπέ, αργά το απόγευμα. Τους είχα δει και το είχα αισθανθεί, παρόλο που μ’ έχουν όλοι για χοντρόπετσο, πως μεγαλύτερη από την ανάγκη των νέων να ζήσουνε μαζί τη ζωή, είναι η ανάγκη των ηλικιωμένων μαζί να την τελειώσουν.

Περιμένουμε τα σχόλιά σας

  • Louiz

    γελάς, χαμογελάς
    και στο κλείσιμο μας ισοπεδώνεις!
    Εύγε τέκνον μου 😉