Σιγά σιγά τα όργανα κι είναι φτωχός ο γάμος

Ήτανε μέρες γιορτινές. Παραμονή Παραμονής Χριστουγέννων. Ξαράχνιαζα τα ταβάνια του ναού, μην πέσει κανά έντομο μες στο πανέρι με τ’ Αντίδωρα και γελά μαζί μας ως και το Οικουμενικό Πατριαρχείο και περίμενα επιτέλους τον πατέρα Ονούφριο να επιστρέψει. Είχε βγει για τα καθιερωμένα του ψώνια.

Μόνος του είχε πάει, όπως κάθε χρονιά. Θα αγόραζε ξύλινα παιχνιδάκια. Τραίνα, αεροπλάνα και βαπόρια, αερόστατα και αλογάκια, γιο-γιο και βόλους. Μαζί και ένα σωρό καμπανίτσες. Μαζί και ένα σκασμό καραμέλες και γλειφιτζούρια για να έχουμε να κερνάμε την επομένη τα παιδάκια που θα μας έλεγαν τα κάλαντα. Θα αγόραζε και είκοσι κιλά μελομακάρονα από το φούρνο της παλιάς του γειτονιάς για να έχουμε να τρατάρουμε το Ποίμνιο μετά τη Λειτουργία.

Κατά το μεσημεράκι, άκουσα κουδουνίσματα κι έστρεψα το βλέμμα μου στην πόρτα. Τον είδα φορτωμένο με μια τεράστια τσάντα ίσα με το μπόι του, οπότε βρήκα ευκαιρία όσο σκούπιζε τα πόδια στο χαλί, να τον φορτώσω κι εγώ.

 

-Πάτερ, έτσι όπως σε βλέπω τώρα με τον ήλιο κόντρα, είσαι φτυστός ο Άι-Βασίλης. Μόνο ο σκούφος σου λείπει και οι μπότες.
-Αγάπιε…
-Ορίστε.
-Ορίζω να σωπάσεις για να μην αγριέψω.
-Τί έκανα πάλι;
-Δεν χρειάζεται να κάνεις, αρκούν αυτά που λες. Κάνε πιο κει τουλάχιστον, για να περάσω. Μου έφυγε η μέση.
-Πού πήγε;
-Κοίτα κέφι για σαχλαμάρα χρονιάρα μέρα. Κάνε πιο κει, ευλογημένε, κουβαλάω.
-Φέρτα σε μένα, μην κουράζεσαι. Μεταξύ μας πάντως, έπρεπε να είχες πάει με το έλκηθρο σαν τον Άι-Βασίλη. Δεν θα ήσουν τώρα κατάκοπος και δεν θα νευρίαζες.
-Αγάπιε, σταματάς; Άκου με το έλκηθρο… Μέγας είσαι Κύριε! Κοίτα εικόνα που σχηματίζει  ο κόσμος για τον Βασίλειο τον Μέγα.
-Εγώ δεν μίλησα για τον Μέγα. Για τον άλλον μίλησα εγώ, τον  Άι…
-Άι στην κουζίνα σε παρακαλώ, να φέρεις τη μεγάλη πιατέλα και μη στέκεσαι άλλο.
-Πάω, αλλά να ξέρεις θα γυρίσω.
-Με απειλείς;
-Για να σου φέρω τη μεγάλη πιατέλα. Εσύ τη ζήτησες.
-Μπράβο. Να την φέρεις αμέσως για να βάλουμε επάνω τα μελομακάρονα, να είναι έτοιμα. Να τα δοκιμάσουμε κιόλας.
-Ναι, να τα δοκιμάσουμε, γιατί εσύ εκεί που ήσουν δεν θα δοκίμασες κανένα. Αυτό να υποθέσω, ε;
-Δεν το αρνούμαι, δοκίμασα.
-Πόσα;
-Πέντε…
-…
-…Πέντε ολόκληρα και ένα που είχε σπάσει και με παρακάλεσαν να το φάω για να μην πάει χαμένο. Σύνολο έξι.
-Σε παρακάλεσαν, γι αυτό εσύ πιέστηκες και το έφαγες.
-Μάλιστα, με παρακάλεσαν. Ίσια να τα βάζεις τα μελομακάρονα, σε σειρά. Το ένα επάνω στο άλλο. Να σχηματίσουνε πυργάκι. Έτσι τα έβαζε και η συγχωρεμένη η μανούλα μου και στολίζαμε μετά το μεγάλο τραπέζι.

Με το χτίσιμο του πύργου, με το μέλι, με τα καρύδια και με ένα γενικό νοικοκύρεμα του ναού, φέραμε με τον πατέρα Ονούφριο το βράδιασμα της μέρας. Νύχτωσε. Ξημέρωσε. Τα παιδιά ήρθαν, μας είπαν τα κάλαντα, και έφυγαν με τις τσέπες γεμάτες και τα δόντια χαλασμένα από τη ζάχαρη. Τρώγανε τρεις-τρεις τις καραμέλες. Θα τρώγαμε και εμείς μεγάλο ανάθεμα από τους γονιούς τους, αν ποτέ μαθαίνανε πως ευθυνόμασταν εξ ολοκλήρου, που θα ακουμπούσαν όλο τους το μηνιάτικο στον οδοντογιατρό… Τα έλεγα στον πατέρα Ονούφριο, αλλά δεν άκουγε.

-Εμένα το χαμόγελο των παιδιών με νοιάζει, άσε τώρα τα δόντια. Έτσι έλεγε. Ώσπου τον διέκοψε ένα τηλεφώνημα και έκτοτε δεν έλεγε, μα άκουγε. Σοβαρός και με το φρύδι σε πορεία ανοδική. Του ζητούσαν να πάει να τελέσει Μυστήριο. Σκέφτηκα κανάν υπερήλικα που ήθελε να Κοινωνήσει, αλλά όχι. Νέοι τον γυρεύανε, για παντρειά, άμεση, μέσα στις επόμενες ημέρες.

Την επομένη ήτανε Χριστούγεννα και είχαμε με τη Γέννηση να ασχοληθούμε και με τίποτε άλλο. Την επομένη το πρωί, είχαμε έναν γάμο λευκό. Ο γαμπρός ήταν του Ναυτικού, οπότε άσπρισε το μάτι μας. Κάτι οι στολές, κάτι το χιονάκι που ψιλόπεφτε ως αργά το βράδυ… Ωραία κύλησε η τελετή μόνο που το τραβήξανε πολύ το πράγμα και αν είναι να κρατάει τόσο ο κάθε γάμος, χανόμαστε από χέρι. Πάνω που είχαν ξεμυτίσει ο γαμπρός και η νύφη αγκαζέ στο πλατύσκαλο και ήταν έτοιμοι να φύγουν και να πάνε στο καλό, να ησυχάσουμε, τους πιάσανε οι φίλοι Αξιωματικοί με τα γαλόνια και τους τάραξαν στο καψόνι. Με αίγλη όμως, και με χρυσάφια, και με σιρίτια να τους κρέμονται. Και όλα αυτά φυσικά, κάτω από την αψίδα με τα ξίφη.

Σκαλί καλέ μου σκαλί τους το πηγαίνανε. Στο ένα φιληθείτε, στο άλλο σηκώστε το αριστερό σας πόδι, στο τρίτο σηκώστε το δεξί, στο τέταρτο σηκώστε και τα δυο, στο πέμπτο κάντε τούμπες, στο έκτο φέρτε γύρους, στο έβδομο τραγουδήστε, στο όγδοο κάντε το κοκκόρι, στο ένατο κάντε τους γαϊδάρους, στο δέκατο βγάλτε τα παπούτσια… Είδα που ο καθένας ζητούσε ό,τι παλαβομάρα του ερχόταν στο κεφάλι και είπα να ζητήσω και εγώ να πιάσουν το ξεσκονόπανο να μου καθαρίσουν τα στασίδια, αλλά σκέφτηκα να μη φανώ εγώ γάιδαρος και δεν το ζήτησα. Μετάνιωσα βέβαια, γιατί με πήρε μαύρη νύχτα πάλι μέχρι να καθαρίσω τα πάντα. Και την επομένη μας περίμενε τρεχάλα.

Κινήσαμε με τον πατέρα Ονούφριο μόλις σηκώθηκε ο ήλιος, για τον γάμο που μας είχαν παραγγείλει. Δεν συζητήσαμε καθόλου στο δρόμο και δεν ήξερα και τι να περιμένω. Το ζευγάρι πάντως μας περίμενε μες στο ναό, μαζί με τους γονείς, λίγους συγγενείς και ελάχιστους φίλους. Κλειστός ήταν ο γάμος.

Και ο γαμπρός, και η νύφη φορούσαν πράσινα. Ρόμπες φαρδιές και ασορτί από κάτω παντελόνια, με ασορτί στο κεφάλι σκουφάκια, που όμως δεν κατάφερναν να τους καλύψουν εντελώς τη γύμνια. Είχαν και οι δυο το ίδιο κενό στη θέση των μαλλιών, των φρυδιών, την ίδια απουσία στα βλέφαρα. Δεν φαινόταν όμως να τους λείπουν πολλά. Είχαν την ίδια αδυναμία στην κορμοστασιά, την ίδια κούραση ακουμπισμένη στα αναπηρικά τους καροτσάκια. Ταυτοχρόνως έδειχναν δύναμη, όταν κοιτούσε ο ένας τον άλλον και συνεχώς κρατιόντουσαν σφιχτά από το χέρι, με τέτοια σιγουριά και πάθος, που έλεγες πως και ο κόσμος όλος να γκρεμιστεί συθέμελα, αυτοί οι δυο θα μείνουν όρθιοι για πάντα, παρόλο που ήδη ήταν καθιστοί.

Λίγες ώρες μετά το μυστήριο γκρεμίστηκαν, με διαφορά μισής ημέρας ο ένας απ’ τον άλλον και κάτω από τα μάτια του γιατρού τους και κουμπάρου τους. Αυτός τους είχε υπό την καθημερινή του επίβλεψη τους τελευταίους μήνες. Και τους δυο. Έπασχαν από την ίδια αρρώστια…

Οι γονείς τους με απαράμιλλη ηρεμία τους έκλεισαν τα μάτια και ύστερα κάθισαν παρέα και οι τέσσερις να κανονίσουνε τα της κηδείας. Γύρω από ένα τραπέζι που θα μπορούσες να πεις και τραπέζι γάμου. Ζήτησαν από τον πατέρα Ονούφριο να αναλάβει να ξεπροβοδίσει τα παιδιά τους, μα αυτός το είχε ήδη αυτοβούλως αναλάβει, πριν του το ζητήσουν. Προσευχόταν προσπαθώντας να απομακρύνει και τα δικά του συναισθήματα. Μέχρι που φύγαμε από εκεί τον κοιτούσα και δεν έπαιρνα το θάρρος να του μιλήσω. Συλλογιζόμουν πως ίδια ζάχαρη ντύνει τα κουφέτα και τα κόλλυβα, όταν τον άκουσα κάποια στιγμή να μου μιλά εκείνος.

-Οπότε, λοιπόν, η ζωή συνεχίζεται, Αγάπιε…
-Συνεχίζεται, πάτερ. Και με τον καιρό θα δεις που όλοι θα συνηθίσουν. Και οι γονείς ακόμα.
-Μπορεί με τον καιρό όλοι να συνηθίσουν, ίσως και οι γονείς ακόμα, αλλά εγώ δεν έλεγα για τους όλους, έλεγα για τους εκείνους. Για το ζευγάρι, έλεγα, που η κοινή του ζωή συνεχίζεται και κανείς πλέον δεν θα του την διακόψει. Κατάλαβες;
-Κατάλαβα, πάτερ.

Έτσι του είπα, πως κατάλαβα, και ύστερα σώπασα,  γιατί ήθελα πραγματικά να καταλάβω. Σε όλη τη διαδρομή ήμουν σκυφτός και κάπως γκρίζος. Αναθάρρησα μονάχα όταν φτάσαμε ξανά στο ναό μας. Λίγο τα καντήλια που δεν αφήνουν ποτέ το σκοτάδι να στεριώσει, λίγο η μυρωδιά της κανέλας που με άρπαξε απ’ τη μύτη μόλις μπήκαμε στην κουζίνα, λίγο η θύμηση πως ήτανε περίοδος εορταστική, λίγο  πολύ συνήλθα, ξαναβρίσκοντας τον εαυτό μου. Αποφάσισα να φλυαρήσω και να ασχοληθώ με τα επίγεια πάλι, για όσον καιρό και εμένα θα μου ήτανε επιτρεπτό. Στο κάτω-κάτω, ό,τι και αν είχε σήμερα συμβεί, την επομένη είχαμε να τελέσουμε ακόμη έναν γάμο.

Η κεντρική φωτογραφία είναι από μια πραγματική περίπτωση, παρόμοια με αυτή της ιστορίας, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Τη βάζουμε με απόλυτο σεβασμό, μαζί με την τελευταία φράση του άρθρου:

«To see a fragile woman dress as bride with a beautiful smile makes you think… happiness is always there within reach, no matter how long it lasts…..» (το να βλέπεις μια εύθραυστη γυναίκα, ντυμένη νύφη, με ένα όμορφο χαμόγελο, σε κάνει να σκεφτείς… η ευτυχία είναι πάντα εκεί να την αγγίξεις, χωρίς να έχει σημασία πόσο διαρκεί…»

Περιμένουμε τα σχόλιά σας