Ξεχνά η γρουσούζα η πεθερά πως ήταν νύφη μια φορά.

Είναι ορισμένες πεθερές που τον τιμούν τον ρόλο τους. Την έννοια της λέξης την υποστηρίζουν και την ξεπερνούν. Όχι απλώς πενθούν τον έρωτα, μα φροντίζουν να είναι και αυτές που θα τον έχουν σκοτώσει.

Μια φορά, μια τέτοια πάτησε πόδι και στα δικά μας τα ψηφιδωτά. Επάντρευε τον γιο. Για να είμαι ακριβής, της παντρευόταν ο γιος και της έφευγε μακρυά. Πολύ μακρυά. Ξενιτευόταν το παιδί στο επάνω διαμέρισμα που είχε την κρεβατοκάμαρα διαγωνίως της δικής της και θα έχανε έτσι τις παλαιές της ευχέρειες, να ακούει, να βλέπει, να οσφραίνεται τα πάντα, να ανακατεύεται και να ανακατεύει. Τα πάντα. Καημός, όχι αστεία. Ξέρεις τί είναι, να μεγαλώνεις το παιδί στην αγκαλιά σου με σκοπό να μην κουνήσει από εκεί μέσα, κι εκείνο να αποκτά πρωτοβουλίες και να φεύγει; Ανήκουστα πράγματα. Φρικτά!

Είχε τη μούρη της κατεβασμένη όταν μας ήρθε. Όσο μπορούσε βέβαια κι αυτή να κατέβει, γιατί είχε λίπη ο λαιμός που εμπόδιζαν. Χώρια τη λύπη. Μπήκε στο ναό δίχως να σκουπίσει τα πόδια της πριν – για κάτι τέτοιες είναι που κοιμάμαι και ξυπνώ με το φαράσι – και ήτανε σαν καλιακούδα. Μαύρο φόρεμα, μαύρο καλτσόν, μαύροι κολιέδες και στην κεφάλα της μαύρο καπέλο με τούλι στις άκριες, σαν εκείνα που φορούν στο Μπάκιγχαμ, τρομάρα της.

Ήταν πρωί, ενώ ο γάμος ήταν το απόγευμα και ήταν θλιμμένη, ενώ οι γάμοι οφείλουν να χαρίζουν χαρά. Μπερδεύτηκε ο πατήρ Ονούφριος με τόσες αντιθέσεις, στραβοκατάπιε τον καφέ του και με το κατακάθι ακόμα στο δόντι, έπιασε να με ρωτά, τραβώντας μου με αγωνία το μανίκι.

-Αγάπιε.
-Θα με ξεχειλώσεις, πάτερ, πρόσεχε.
-Έχουμε Μνημόσυνο και το λησμόνησα;
-Όχι.
-Το ημερολόγιο το κοίταξες;
-Ναι.
-Άμα δεν έχουμε Μνημόσυνο, γιατί θρηνεί αυτή σαν τη μανιάτισσα μοιρολογίστρα;
-Γιατί είναι στρίγγλα.
-Μην έχασε και μάνα, και άνδρα, και αδερφό και φέρει πόνο;
-Στριμάδα φέρει και θέλει να χαλάσει τον γάμο. Απλώς.
-Πεθερά είναι;
-Της νύφης.
-Ωχ.
-Κουβαλήθηκε για να σου μιλήσει. Συντρέχει λόγος αναβολής του γάμου, είπε, οπότε ετοιμάσου.
-Εγώ είμαι πάντα έτοιμος, αυτή να ετοιμαστεί…, είπε ο πατήρ Ονούφριος παραγγέλνοντάς μου δεύτερο καφέ και αρπάζοντας ένα παξιμαδάκι γλυκανίσου απ’ το μισάνοιχτο κουτί. Μασώντας βιαστικά πλησίασε την τραγωδό που ωρυόταν στο κασμιρένιο μας χαλί και που μόλις τον είδε ανέβασε φωνή, κατέβασε βλέμμα και έριξε δάκρυ κάλπικο υφαίνοντας δοξασίες και μύθους.

… /…
Πως θάνατος τους χτύπησε και έχουν πένθος βαρύ.
Πως να, κι εμείς το βλέπουμε, κατάμαυρα φορεί.
Πως χάσανε τον άνθρωπο και γλέντι δεν χωρεί.
Πως έχει νύφη αναίσθητη, γαϊδούρα και σκληρή.
… / …
Τ’ ακούει ο πατήρ Ονούφριος, κι αρχίζει να απορεί,
και μου ζητά ενίσχυση: ντομάτα και τυρί.
… / …

-Πάει ο άνθρωπος, πάτερ.
-Αιωνία του η μνήμη και να μου αφήσετε το όνομα να προσεύχομαι, να συγχωρεθεί.
-Συγχωρεμένος είναι. Ήταν ένας άγγελος. Η άλλη η σκύλα όμως, να τσουρουφλίζεται στα καζάνια της κολάσεως με λάδι καυτό, τηγανισμένο. Αυτό της πρέπει.
-Ήμαρτον Κύριε, λόγια που λέτε! Η κοπέλα γίνεται κόρη σας πια.
-Όχι και κόρη μου το απολιφάδι. Πήγε και διάλεξε μισή μερίδα ο προκομμένος ο δικός μου. Ένα και πενήντα με τις νυφιάτικες γόβες.
-Μα δεν μετριούνται έτσι οι άνθρωποι, είναι δυνατόν; Στο κάτω-κάτω, είναι επιλογή του παιδιού σας. Στα δικά του τα μεγέθη να κάνει. Αυτό έχει σημασία.
-Άλλο έχει σημασία. Να μην γλεντούμε πάνω στο πτώμα του μακαρίτη. Ντροπή.
-Μα δεν μου λέτε σας παρακαλώ, τί ήταν αυτός που χάσατε;
-Ήταν καλός, ήταν χρυσός, είχε τις χάρες όλες.
-Τί ήταν σε σας, σε συγγένεια…
-Πατέρας.
-Ο πατέρας σας; Λυπάμαι. Να έχετε την ευχή του.
-Ο πατέρας του πατέρα.
-Τον πατέρα…
-Ω, πατέρα!
-Πατέρας σας ήταν; Εξηγήστε μου να καταλάβω ο καψερός.
-Ο πατέρας του πατέρα μου.
-Ο παππούς σας, δηλαδή.
-Ο αδικοχαμένος μου παππούς.
-Ποιός αδικοχαμένος; Εδώ εσείς και είστε όσο είστε. Ο παππούς θα τον γλέντησε τον αιώνα του.
-Δυστυχώς έφυγε νέος.
-Τί νέος, ευλογημένη, παππούς άνθρωπος!
-Ετών δεκαοχτώ.
-Ο παππούς;
-Ο παππούς, ναι. Σαν χθες μας άφησε.
-Σαν χθες, αλλά πότε;
-Στους Βαλκανικούς.
-Πολέμους;
-Έπεσε ηρωικά.
-Μπράβο για την ανδρεία του.
-Τον γράφει η Ιστορία με γράμματα χρυσά.
-Για να μην γράψει όμως εμένανε με μελανά, ακούστε με προσεχτικά.
-Σας ακούω.
-Σηκωθείτε αμέσως, δίχως να πείτε κάτι άλλο. Μπείτε στο αυτοκίνητο, βάλτε μπρος και πηγαίνετε στο σπίτι σας ή όπου σας φωτίσει η χρυσή μας Παναγιά, πάντως εδώ μην καθίσετε. Εδώ, να σας ξαναδούμε το απόγευμα και ουχί νωρίτερα από τις έξι.
-Πάτερ, δεν είναι πρέπον.
-Δεν είναι πρέπον, το ξέρω.
-Δεν είναι πρέπον να γίνει γάμος πάνω σε Μνημόσυνο βαρύ.
-Θα γίνει όμως.

Μέχρι να γίνει περπατήσαμε σε κάρβουνα αναμμένα. Με έβαλε ο πατήρ Ονούφριος και τ’ άναψα απ’ τις πέντε. Δουλέψανε οι θράκες λες και θα ψήναμε οβελία. Ρίξαμε επάνω λιβάνια δυνατά. Θυμιατίσαμε. Μουρμούρισε και μια πεντακοσαριά «Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον…» εκείνος, κι ήρθε ο χώρος και καθάρισε. Ντουμάνιασε ο ναός. Την έπιασε βήξιμο την πεθερά όταν ξανάρθε. Καλύτερα, για να μη μιλά. Τώρα φορούσε άσπρα. Φόρεμα μακρύ, νταντελωτό, σαν της νύφης. Μια που την είδε ο πατήρ Ονούφριος και μια που με φώναξε.

-Αγάπιε.
-Ορίστε.
-Πήγαινε σε παρακαλώ και φέρε τις μαντήλες.
-Αυτές που έχουμε για τις τουρίστριες με τα έξαλλα;
-Αυτές.
-Όλες;
-Μια κόκκινη βρες και φέρε. Φανταχτερή. Και δωσ’ της την.
-Τί να την κάνει;
-Να την φορέσει.
-Άμα δεν θέλει;
-Άμα δεν θέλει, θα μείνει εκτός ναού, οπότε θα θελήσει. Έχει καταρράκτη ο παπάς θα της πεις, και δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ξεχωρίσει τη νύφη, παρά μόνο απ’ το λευκό της το ένδυμα…

Η νύφη βέβαια ξεχώριζε. Στεκόταν μόνη, παρόλο που ο γαμπρός ήταν δίπλα. Δίπλα, όχι μαζί της. Βρισκόταν πιο κοντά στη μάνα του. Στη μάνα του χαμογελούσε που βέβαια, χείλος δεν έσκαγε. Μονάχα στο χορό του Ησαΐα μειδίασε χαιρέκακα, καθώς της δινόταν άλλοθι ακλόνητο και ευκαιρία μοναδική. Να πετάξει το ρύζι από την ξεχειλισμένη της χούφτα με όση δύναμη η αντιπάθεια της έδινε, και να στοχεύσει τα πράσινα ματάκια της νύφης που εκείνη τη στιγμή ολοκλήρωνε την τελευταία στροφή και ανυποψίαστη σήκωνε το σκυμμένο της κεφάλι.

Το επεισόδιο αυτό έστειλε στον οφθαλμίατρο επειγόντως τη νύφη και στον πατέρα Ονούφριο μια νέα σκέψη: μήπως να καταργήσει τα ρύζια για να μην έχουμε τέτοια παρατράγουδα;

-Να τα καταργήσεις, πάτερ. Ωραία ιδέα. Να ισιώσει επιτέλους κι η μέση μου.
-Την είδες βρε Αγάπιε, μένος που το είχε;
-Η μέση μου;
-Η πεθερά, ευλογημένε. Ποιά μέση σου;
-Της πετούσε το ρύζι λες και της πετούσε λάσπη.
-Της πετούσε και λάσπη, μη σκας.
-Και ο άλλος, όλο μανούλα και μανούλα. Μανουάλια, κακομοίρη… Άκου τον Απόστολο. Τζάμπα στον ψέλνει ο Α’ Δεξιός; «…καταλήψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού…»
-Τον είδες αυτόν έτοιμο να «…καταλήψει…»;
-Αφού τον έχει η μάνα του δεμένο με τριχιά.
-Ξεχνούν οι γονείς πως τα παιδιά δεν τα φέρνουν στον κόσμο για να τα κρατήσουν.
-Ξεχνούν οι γονείς πως τα παιδιά απλώς τα χαίρονται και τα φιλοξενούν, δεν τους ανήκουν.
-Δεν είναι δικά τους τα παιδιά.
-Τίποτα δεν είναι δικό μας. Εσύ δεν μου το έμαθες, πάτερ;
-Ούτε καν το σώμα που φορούμε, Αγάπιε.

Περιμένουμε τα σχόλιά σας