Λούστηκε η νύφη και απόμεινε

Μια Κυριακή πρωί μετά τη Λειτουργία, αποθύμησε ο πατήρ Ονούφριος ουζάκι με μεζέ. Ήταν όντως ώρα για δεκατιανό, όμως δεν ήτανε αυτή η αιτία. Στην πραγματικότητα ήθελε να δοκιμάσει τις παστές σαρδέλες που του είχε φέρει ένα παπαδοπαίδι του από τη Μυτιλήνη. Καλλονής. Του τις αράδιασα σε ένα πιάτο, του πήγα και μια φρατζόλα ψωμί στο πεζούλι που λιαζόταν σαν τον γάτο, κι ήμουν έτοιμος να φύγω, όταν τον άκουσα να με ρωτά:

-Αγάπιε;
-Ορίστε.
-Πώς μου το έλεγες παλιά κείνο το γαλλικό;
-Δεν βρίζω, πλέον, πάτερ. Από τότε που με κατσάδιασες το έκοψα μαχαίρι.
-Και ένα μαχαιράκι, φέρε, καλά λες. Αλλά δεν σου μιλώ εγώ για βωμολοχίες. Το άλλο το γαλλικό λέω, που μου άρεσε πολύ.
-Το μπον φιλέ;
-Δεν ήταν φαγητό.
-Δεν ήταν φαγητό και σου άρεσε πολύ; Περίεργο.
-Αγάπιε!
-Πάτερ!
-Κάπως το λέγανε, θυμήσου.
-Γίνε αν θες συγκεκριμένος. Τί ακριβώς ήταν αυτό;
-Ήταν μια λέξη γαλλική που μου την έλεγες τότε.
-Πότε;
-Όταν κάτι γινόταν και ήταν σαν να είχε ξαναγίνει και νιώθαμε πως το είχαμε ξαναζήσει κείνο που ζούσαμε;
-Το ντεζαβού λες.
-Αυτό το ζαβού, μπράβο.
-Και από πού σου ήρθε τώρα το ντεζαβού;
-Από δεξιά. Κοίτα.

Κοίταξα. Από δεξιά ερχόταν η νύφη που είχαμε παντρέψει χθες, με τον γαμπρό που την είχαμε παντρέψει χθες, με τους κουμπάρους που τους είχανε παντρέψει χθες και με έναν άλλον που ήτανε μαζί τους χθες στον γάμο, αλλά έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιος ήτανε και δεν μπορούσα. Φορούσαν δε, τα ρούχα που φορούσαν χθες, νυφικό, κουστούμια, γραβάτες, παπιγιόνια, μα όλο αυτό δεν μπορούσα να το πω ντεζαβού, διότι λεγόταν επανάληψη. Ξανάρχονταν όλοι τους όπως είχαν έρθει χθες και τούτο δεν το νομίζαμε, αλλά το ζούσαμε όντως, ξανά.

Ο πατήρ Ονούφριος τράβηξε την ουρά μιας ψαρίσιας ραχοκοκαλιάς ελευθερώνοντας το στόμα του, γιατί το ένοιωθε πως θα του χρειαζόταν άδειο. Θα άνοιγε κουβέντα.

-Την ευχή σας, πάτερ.
-Του Κυρίου.
-Ξανάρθαμε.
-Το βλέπω.
-Δεν θα το πιστέψετε.
-Θα το πιστέψω, αφού το βλέπω.
-Δεν θα το πιστέψετε αυτό που μας έτυχε.
-Ποιό;
-Απίστευτο είναι αυτό που μας έτυχε.
-Τέλος πάντων, διηγηθείτε το εσείς και στην πορεία εξετάζουμε το αν θα γίνει πιστευτό.
-Να σας πούμε.
-Πείτε μου.
-Να σας πούμε, αλλά από πού ν’ αρχίσουμε…

Τους έβλεπε ο πατήρ Ονούφριος πως το πηγαίνανε από εδώ εκεί και από εκεί εδώ και πως λόγια λέγανε, αλλά λόγος σωστός δε λεγόταν, οπότε τους προέτρεψε να το πιάσουν από κάπου αρχικώς, μη και τους φύγει και στο τέλος αϊ πιασ’ το. Το πιάσανε κι αυτοί και πιάσανε και να το ανοίγουνε σαν το φύλλο που άνοιγε η μάνα μου για να μας φτιάξει λαχανόπιτα. Να ήσουνα ν’ άκουγες…

Πως φύγανε είπανε από τον ναό, αφού τελέψανε τις χαιρετούρες και τις πόζες και όλα τα διαδικαστικά, πως μπήκανε στα αυτοκίνητα και τραβήξανε καρφί για το γλέντι, πως φτάσανε στην εξοχική ταβέρνα που σερβίρει το καλύτερο παϊδάκι, πως καθίσανε, πως σηκωθήκανε, πως βαρούσανε οι οργανοπαίκτες βιολιά, νταούλια, ζουρνάδες και κλαρίνα, πως φάγανε του σκασμού σαν να ήτανε κατοχικοί, πως ήπιανε τον Βόσπορο, τον άμπακο κατεβάσανε, κρασί αρετσίνωτο (χύμα), πως γίνανε όλοι τους ντίρλα, μέχρι και τα γκαρσόνια που δεν ξέρανε από που να σηκώσουνε τους δίσκους, πως σπάσανε πλάκες μεγάλες, πως σπάσανε και πιάτα όπως παλιά, πως πάνω εκεί σε ένα σπάσιμο είναι που γινήκανε οι ζημιές, πως τρυπήσαν τα βαρέλια και χυθήκαν τα κρασιά, πως γίναν τα κουστούμια σύχρηστα, μα αυτό δεν πειράζει (να συντηρούνται και τα καθαριστήρια κάπως), πως η μεγάλη ζημιά είναι άλλη, αυτή με τη μηχανή, τη φωτογραφική μηχανή, που λούστηκε με οίνο και καταστράφηκε ολάκερη μαζί με το φιλμ που είχε μέσα και τράβαγε και θα ήταν ατυχία μεγάλη να μένανε χωρίς φωτογραφίες και θα ήταν κρίμα και άδικο, θα ήταν και αμαρτία, όμως Δόξα τω Θεώ υπήρχε λύση, υπήρχε λύση Δόξασοι ο Θεός, αρκεί να ήθελε ο απεσταλμένος του Θεού να βοηθήσει.

-Εσείς πάτερ.
-Εγώ;
-Εσείς μπορείτε να μας βοηθήσετε.
-Αφού μπορώ, ευχαρίστως.
-Άμα δεν μπορούσατε θα σας το ζητούσαμε; Όχι.
-Με τί τρόπο μπορώ;
-Εύκολο είναι. Να, εδώ…
-Πού;
-Δέκα λεπτά δουλειά. Τίποτα. Να…
-…;
-… εδώ, όπως είμαστε…
-Εδώ;
-Εκεί, να σταθούμε όλοι μαζί όπως στεκόμασταν χθες και να κάνουμε τις κινήσεις που κάναμε χθες, ίσα για να βγάλει μερικές φωτογραφίες ο φωτογράφος.

Επιτέλους θυμήθηκα πως αυτός ο πέμπτος ο ρημάδης που δεν μπορούσα να τον συνδέσω γιατί είχε αλλάξει ρούχα, ήτανε ο φωτογράφος. Χτύπησα το κούτελο με την παλάμη μου και πήγαινα να χτυπήσω και την πλάτη του πατρός Ονουφρίου, όταν την είδα να ανεβαίνει απότομα, μαζί με τη φωνή του.

-Πώώώς…!
-Να, πάτερ…
-Τί να, μωρέ, τί να; Τί ήρθατε να μου ζητήσετε πουρνό-πουρνό;
-Όχι και πουρνό, πάτερ. Μεσημέριασε…
-Η ώρα είναι το θέμα μου ή αυτά που μου φέρνει;
-Ανάξια λόγου είναι αυτά.
-Ποιού λόγου; Πράξεις εσείς ζητάτε.
-Λίγες. Ελάχιστες. Να σταθούμε όλοι μαζί όπως στεκόμασταν χθες και να κάνουμε ό,τι κάναμε χθες, για να έχουμε φωτογραφημένα τα καίρια πλάνα.
-Τί μου λέτε τώρα, καταλαβαίνετε;
-Να πάμε εκεί μπροστά στο τραπεζάκι, να στήσουμε το Ευαγγέλιο, το ποτήρι, τα στέφανα και να κάνουμε μιαν αναπαράσταση.
-Και ποιός είμαι εγώ παιδιά, ο Χορν;
-Δεν ζητούμε τέτοιο επίπεδο, απλά θα τα κάνετε. Φυσιολογικά. Για να μη φαίνεται και στημένο.
-Α, να μη φαίνεται και στημένο…
-Όπως σας βγει να συμπεριφερθείτε. Πηγαία.
-Άμα συμπεριφερθώ όπως μου βγει, χαθήκατε. Να έχετε χάρη που δεν θα συμπεριφερθώ πηγαία. «Κύριε Ιησού, Απάλλαξον το δούλον σου Ονούφριο από τους πονηρούς λογισμούς…»…
-Μια περίληψη του γάμου θα κάνουμε. Δεν θα σας τον ζητούσαμε ολόκληρο.
-Ας είστε καλά. Καλοσύνη σας.
-Ελάτε τώρα. Τί θα σας στοιχίσει;
-Σε δραχμές ή σε αργύρια; Δεν είναι θεατρικό ο γάμος, καλά μου παιδιά. Μυστήριο είναι.
-Έχει και τη θεατρικότητά του όμως, ε;
-Για άλλον λόγο την έχει όμως, ε! Όχι για τις φωτογραφίες.
-Και να μας μείνει άδειο το άλμπουμ;
-Βάλτε μέσα φωτογραφίες από το μήνα του μέλιτος. Δεν θα πάτε ταξίδι;
-Θα πάμε βέβαια. Το απόγευμα φεύγουμε, γι’ αυτό σας λέμε να στηθούμε τώρα στα γρήγορα και να μην αργήσουμε άλλο. Η πτήση μας είναι νωρίς, στις πέντε παρά τέταρτο.

Θα την προλάβανε την πτήση τους λογικά, διότι καθόλου δεν άργησε να τελειώσει όλο αυτό. Δόθηκε τελικώς η μέση λύση. Δεν στήθηκε πλήρως το σκηνικό του γάμου και δεν έκανε αναπαραστάσεις ο πατήρ Ονούφριος, έβγαλε όμως ένα σωρό φωτογραφίες με το ζευγάρι, με τους κουμπάρους, με όλους μαζί, με έναν – έναν, με χαμόγελο αληθινό και πίσω φόντο θάλασσα. Έβγαλε και μια ωραία κάθετη με το φωτογράφο, εγώ τους την τράβηξα. Όταν με το καλό οι επισκέπτες πήραν δρόμο και έφυγαν, ξανακάθισε στο πεζούλι πιρουνιάζοντας με σφοδρότερη όρεξη τις σαρδέλες που από τη λύσσα και το παρακαλετό που είχε μια ώρα μες στο αυτί του, του φάνηκαν σχεδόν ανάλατες. Γλυκές.

Η κεντρική φωτογραφία αυτής της ιστορίας είναι της εταιρείας RGB Studios

Για φωτογράφους που δεν παθαίνουν «ατυχήματα», μπείτε εδώ: www.gamosportal.gr/fotografoi-gamou.php

Περιμένουμε τα σχόλιά σας