Όποιος κρυφά παντρεύεται φανερά πομπεύεται

Κοιτούσα με αγωνία τα μάτια του πατρός Ονουφρίου, που ήταν έτοιμα να στάξουν δάκρυ. Κίτρινο, κροκί. Τα γλίτωσα από κλάμα γοερό, καθώς τα ψάρεψα επιδέξια με τη σπάτουλα και τα έβαλα να σταθούν σε μια πιατέλα με ακτίνα ποδηλάτου. Είχα πράμα να χωρέσω στα πλάγια: ντομάτα, αγγούρι, πιπεριά, ένα λουκάνικο χωριάτικο με πράσσο και ένα κομμάτι φέτα τυρί σαν τσιμεντόλιθος οικοδομής. Τα πήγα στο τραπέζι που καθόταν ο πατήρ Ονούφριος κι έπιασα το καλόπιασμα και τη μαλαγανιά, διότι είχα μαντάτα να του ξεστομίσω.   

-Τα μάτια σου, πάτερ, σαν τα μάτια μου τα πρόσεχα. Ως κόρες οφθαλμών! Κοίτα εδώ μάτια πλάνα…
-Όρεξη έχεις, Αγάπιε. Μεγάλη.
-Κι εσύ όρεξη έχεις, πάτερ. Μεγαλύτερη.
-Το γκαζάκι το έκλεισες;
-Το έκλεισα.
-Ανησυχώ μην ανατιναχτούμε και κάνουμε μπαμ καμιά μέρα από την αφηρημάδα σου.
-Εσύ ειδικώς θα το κάνεις το μπαμ, μα δεν θα φταίω εγώ. Άλλα θα σε σκάσουν εσένα.
-Για το φαί μιλάς;
-Για το φαί μιλώ, αλλά σήμερα δεν πρέπει. Σε θέλω χορτασμένο και φχαριστημένο σήμερα. Τρώγε.
-Τί είναι σήμερα;
-Σάββατο.
-Κάθε βδομάδα είναι Σάββατο, αλλά δεν κόφτεσαι να με ταΐσεις.
-Είναι και γάμος σήμερα.
-Κάθε τόσο γάμος είναι, σιγά τ’ αυγά…
-Ξέρεις τί είναι αυτοί που θα παντρέψεις, πάτερ;
-Αρραβωνιασμένοι.
-Τί σόι είναι, ξέρεις;
-Αυτό μου έλειπε να κάθομαι και να μαθαίνω του καθενός το σόι. Δεν μου φτάνει που φορτώνομαι του καθενός το χούι…
-Αυτοί που θα παντρέψεις δεν είναι άνθρωποι απλοί.
-Σύνθετοι είναι;
-Της τηλεόρασης είναι.
-Τεχνικοί;
-Αστέρες.
-Άσε τους αστέρες και τους πλανήτες και μίλα κατανοητά.
-Αυτοί που θα παντρέψεις είναι celebrities.
-Αρρώστια έχουν;
-Εκπομπές έχουν. Ο γαμπρός μιλά για το ποδόσφαιρο κάθε βράδυ Κυριακής μετά τους αγώνες και η νύφη μαγειρεύει κάθε μεσημέρι.
-Λαμπρώς πράττει και μπράβο της, γιατί νοικοκυριό ανοίγει, πρέπει να βρίσκεται φαί στο σπίτι.
-Στο γυαλί μαγειρεύει, πάτερ.
-Σε αυτά τα πυρέξ; Ξέρω.
-Δεν ξέρεις, πάτερ. Στην τηλεόραση εννοώ μαγειρεύει και εσύ δεν βλέπεις τηλεόραση. Αυτή η νύφη, έχει ολόδική της εκπομπή για τη μοριακή κουζίνα.
-Για ποιά κουζίνα;
-Τη μοριακή.
-Τί είναι ευλογημένε, αυτή η κουζίνα;
-Πού να σου λέω…
-Εδώ να μου λες.
-Πολύπλοκο πράγμα. Για να σου είμαι απόλυτα ειλικρινής δεν το έχω πολυκαταλάβει, πάντως απ’ όσο έχει αρπάξει το αυτί μου, μοριακή κουζίνα λέγεται όταν μαζεύονται χημικοί, φυσικοί και επιστήμονες με δυνατά κεφάλια και αναλύουν τι έχει μέσα το κάθε φαγητό.
-Αυτό το έκανε και η μάνα μου που ήταν αναλφάβητη. Κάθε που μας σέρβιρε μας άρχιζε τις αναλύσεις: έβαλα λάδι από το φετινό, πήρα κρέας μπούτι, τα κρεμμύδια είναι από το περιβόλι, το σκόρδο είναι της γειτόνισσας, η ντομάτα είναι από τον κήπο. Αχ, ωραία χρόνια! Θεός σχωρέσ’ τη μανούλα μου…
-Δεν είναι αυτό που λες μοριακή κουζίνα, πάτερ. Η μοριακή κουζίνα είναι ανώτερη, επιστημονική. Καταφέρνει σου λέει να χωρέσει ένα ταψί μουσακά σε ένα κουταλάκι του γλυκού. Και τ’ αυγά εδώ που βλέπεις μαζί με το λουκάνικο, στα παίρνει άμα θέλει και στα κάνει μπάλα παγωτού.
-Άσε με, Αγάπιε να χαρείς, κι άμα εγώ θελήσω παγωτό, ξέρω που να το βρω.  Ήμαρτον Κύριε, παλαβομάρες!
-Τέλος πάντων, το ρεζουμέ είναι πως το ζευγάρι είναι διάσημο και τούτο συνεπάγεται ιδιαιτερότητες. Έχουν τις ιδιοτροπίες τους οι διάσημοι. Έχουν επιθυμίες περίεργες και γούστα αλλιώτικα. Μας ζητήθηκαν συγκεκριμένα πράγματα, πάτερ.
-Ωχ…
-Πάω να φέρω τη μελιτζανοσαλάτα.
-Μην υπεκφεύγεις και κάτσε εδώ να ομολογήσεις. Τί μας ζητήθηκε, λέγε.
-Μας ζητήθηκε να μην αφήσουμε τους φωτορεπόρτερ να μπουν στο ναό. Θέλει το ζευγάρι να κρατήσει τον γάμο μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Να σεβαστούμε την προσωπική του στιγμή.
-Θα τη σεβαστούμε, αλίμονο.
-Δεν είναι εύκολο, πάτερ.
-Σώπα βρε Αγάπιε, δεν είναι εύκολο. Θα το κουλαντρίσω εγώ το πράγμα.
-Αυτοί οι φωτορεπόρτερ, οι παπαράτσι όπως τους λεν, θα προσπαθήσουν να μπουκάρουν μέσα και να αποθανατίσουν κάθε στιγμιότυπο.
-Θα αναλάβω αυτοπροσώπως και δεν θα μπουκάρει ούτε μύγα. Στήσε και τα διαχωριστικά κολωνάκια στο πλατύσκαλο, κλείδωσε και τις δυο πλαϊνές πόρτες και δεν θα περάσει κανείς.
-Όχι και κανείς, πάτερ. Κάποιοι πρέπει να περάσουν.
-Ε, καλά, οι συγγενείς και οι καλεσμένοι θα περάσουν.
-Δεν με κατάλαβες. Κάποιοι φωτορεπόρτερ πρέπει να περάσουν.
-Τώρα μωρέ δεν μου είπες ότι πρέπει να μείνουνε απ’ όξω;
-Οι φωτορεπόρτερ γενικώς, ναι, να μείνουν. Κάποιοι όμως, ειδικώς, πρέπει να μπούνε μέσα, πολύ μέσα, για να μπορέσουν να βγάλουνε φωτογραφίες και ύστερα να τις διαρρεύσουν.
-Δεν καταλαβαίνω.
-Είναι μπερδεμένη κατάσταση και απαιτεί λεπτό χειρισμό. Πρέπει να το προσέξουμε το πράγμα και να αφήσουμε να περάσουν μονάχα οι συγκεκριμένοι και όχι όλοι. Αυτοί που πρέπει να περάσουν, οι συγκεκριμένοι, θα φοράνε πουκάμισο γαλάζιο με ρίγες και παπιγιόν, για να μπορέσει το μάτι μας να πέσει επάνω τους και να τους ξεχωρίσουμε.
-Οπότε αν καταλαβαίνω σωστά, υπονοούν πως εμείς λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει η τελετή, θα στεκόμαστε όρθιοι με ραντάρ στα μάτια για να πιάσουμε τα παπιγιόν και τις ρίγες των συγκεκριμένων που πρέπει να περάσουν.
-Μάλιστα.
-Αυτό σου ζήτησαν.
-Μάλιστα.
-Και εσύ τί τους απάντησες, Αγάπιε;
-Πως δεν υπάρχει περίπτωση να το δεχτείς, που Άγγελος Κυρίου να κατέβει και να στο ζητά και πως και αυτουνού ακόμα θα του πεις να το ξανασκεφτεί και να ξανάρθει.
-Να μου ζήσεις Αγάπιε και τα αγαθά του Θεού να έχεις. Τώρα, φέρε τη μελιτζανοσαλάτα.

Ακούμπησα μπροστά του όλο το δοχείο, όπως ακριβώς του το είχαν στείλει από το Άγιον Όρος. Έχει εκεί έναν παλιό συμμαθητή του από τη Θεολογική που τον θυμάται κάθε χρόνο και του στέλνει καλούδια και νοστιμιές χειροποίητες. Μέχρι να πω τη λέξη ψωμί, είχε κατέβει η στάθμη και είχε πιάσει πάτο το ψωμάκι. Ελαφρώς το μετάνιωσα που τον άφησα να φάει τόσο, γιατί δυσκολεύτηκε πολύ να χωνέψει. Και τη μελιτζάνα και τον πρόλογο και τον επίλογο. Για κάνα μήνα με ρωτούσε κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια και έπρεπε να κάθομαι να εξηγώ όσα είχε ζήσει και δεν είχε καταλάβει.

-Και τα πυροτεχνήματα, Αγάπιε, προς τί;
-Για τη χαρά.
-Η χαρά βιώνεται, δεν διατυμπανίζεται. Γεμίσανε τον ουρανό λες και λευτερωνόταν η πόλη…. Τούτου του είδους οι χαρές δεν ακούγονται, αλλά διακρίνονται στο μάτι. Και ο κομμωτής; Προς τι τον είχαμε όλη την ώρα μες τη μέση με μια βούρτσα ανά χείρας;
-Για να της ξάνει που και που το μαλλί και να βγαίνει φουντωτό στις φωτογραφίες.
-Και άλλο φουντωτό; Κοντέψε να μου βγει το μάτι όταν πλησίασα να στεφανώσω. Και το νυφικό γιατί κοντό και κόκκινο και όχι μακρύ και άσπρο;
-Για να ξεχωρίσει η νύφη.
-Έτσι να ξεχωρίσει; Εγώ δεν την ξεχώρισα και μπρος μου που την είδα.
-Να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες νύφες, τις συνηθισμένες. Αυτή ήθελε να κάνει κάτι το διαφορετικό.
-Άμα ήθελε να κάνει κάτι το διαφορετικό, να ερχότανε με σοβαρότητα να παντρευτεί τον άνθρωπό της, γιατί αυτά ορίζουμε εμείς ως διαφορετικά. Από τα άλλα έχει γκώσει το εκκλησάκι μας. Και το σκυλί; Το είδες το σκυλί που ήτανε σαν γάτα αλλά γάβγιζε; Μες στο ναό σκυλί… Τί ζήσαμε πάλι Θεέ Μεγαλοδύναμε!
-Το έχει η νύφη σαν παιδί της. Δεν το αποχωρίζεται. Το παίρνει και στις εκπομπές. Το βαστούσε η μάνα της μέσα στην τσάντα σε όλο το Μυστήριο και μοναχά στο χορό του Ησαΐα είπε να το βγάλει έξω για να χαρεί και αυτό, να φέρει καμιά βόλτα.
-Πήγα να πάρω τη στροφή και κόντεψα να γκρεμοτσακιστώ. Χώθηκε ανάμεσα στα πόδια μου, του πάτησα και την ουρά, ούρλιαξε… Αχ, είπα να το πιάσω και να το κρεμάσω στον πολυέλαιο μαζί με τη μάνα της, αλλά βοήθησε ο Θεός και  μου έστειλε λογική και ψυχραιμία, αλλιώς θα μας λέγαν στις ειδήσεις.

Ανεξαρτήτως λογικής και ψυχραιμίας, τις ειδήσεις δεν τις γλιτώσαμε. Για την ακρίβεια μας είχαν κοτζαμάν αφιέρωμα στην ενότητα με τα κοσμικά, αφού ακόμη και δίχως τη δική μας βοήθεια οι δυο φωτορεπόρτερ, οι συγκεκριμένοι, είχαν φτάσει στο ναό, είχαν τραβήξει ένα σωρό φωτογραφίες και είχαν μαζέψει υλικό για πλήρες ρεπορτάζ από τον πιο πολυσυζητημένο γάμο της χρονιάς, που ενδιέφερε πολύ και τα κουτσομπολίστικα περιοδικά, αλλά και τα περιοδικά γαστρονομίας, καθώς εκτός των άλλων ιδιαιτεροτήτων, είχε να επιδείξει και ακόμα μια: τα πρώτα στην Ελλάδα αόρατα, μοριακά κουφέτα.

Ψάχνετε κόκκινο νυφικό; Ίσως το βρείτε εδώ

Περιμένουμε τα σχόλιά σας