Τα έξοδα του γάμου η νύφη δεν τα βγάζει

Όλο το πρωινό ο πατήρ Ονούφριος το είχε περάσει μπροστά στον καθρέφτη, καμαρώνοντας τα καινούργια του άμφια. Σαν παιδί έκανε. Τα φόραγε, τα έβγαζε, τα κοίταζε, τα δίπλωνε, τα σήκωνε, τα κατέβαζε, μια το δεξί μανίκι, μια το αριστερό. Φορούσε τα γυαλιά και παρατηρούσε τα σχέδια. Χάιδευε τα κεντήματα. Του είχε έρθει δώρο ουρανοκατέβατο ή μάλλον, εκ θαλάσσης. Από οικογένεια εφοπλιστάδων. Ο μπαμπάς της νύφης είχε φαίνεται μεγάλο καημό να την παντρέψει, διότι την είχε βέβαια καλοπροικισμένη, αλλά μονάχα αυτός. Η φύση ξέχασε να την προικίσει. Και ήταν άσχημη. Πολύ άσχημη. Κακάσχημη ήταν. Δε βλεπόταν.

Ευτυχώς που ο άνθρωπος ήτανε βουτηγμένος ως τ’ αυτιά στο εκατομμύριο και έτσι βρήκε γαμπρό να την φορτώσει. Τέτοιον γάμο δεν τον ματάδε ο ναός μας και δεν μου φαίνεται πως θα τον ματαδεί. Ακριβό λουλουδικό, παχιά χαλιά, χορωδίες ογδόντα ψαλτάδων, χλιδάτοι καλεσμένοι. Γούρλωσε το μάτι μας. Ένα θα σου πω, ότι στη θάλασσα πέρα, ήρθαν και παρατάχθηκαν τιμής ένεκεν όλα τα πλοία και τα σκάφη της οικογενείας. Μικρά, μεγάλα, φορτηγά, επιβατικά. Ούτε στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας τέτοια μάζωξη. Πολλά λεφτά. Και πολλά πλοία. Γι’ αυτό και πολλά  λεφτά. Και τα φουγάρα να ζητωκραυγάζουν «επιτέλους την ξεφορτωθήκαμε».

Μέρες μετά τον γάμο λάβαμε πεσκέσι από τον μπαμπά της νύφης, ένα μεγάλο κουτί. Είχε μέσα ένα σμάλτινο Ευαγγέλιο, ένα επίχρυσο αρτοφόριο, ένα ζευγάρι ασημένια μανικετόκουμπα και πέντε χειροποίητα άμφια. Ένα κόκκινο, ένα μοβ, ένα πράσινο, ένα λευκό και ένα γεμάτο σταυρούς. Φαιλόνιο που λέμε και στην εκκλησιαστική. Όλα αυτά για τον πατέρα Ονούφριο που του πάντρεψε την κόρη. Και μια κάρτα ευγνωμοσύνης μέσα. Και λίγα του έστελνε, έγραφε, διότι το δικό του δώρο ήταν μεγαλύτερο. Φαντάσου αγωνία που την είχε, και ύστερα λέμε πως δεν έχουνε προβλήματα οι πλούσιοι.

Αυτά συλλογιζόμουν και πότιζα σκυμμένος στο παρτέρι. Κάποια στιγμή φωτίστηκα από αριστερά, γιατί είχε βγει ο πατήρ Ονούφριος στο πλατύσκαλο και καμάρωνε,  ζωσμένος το άσπρο τ’ άμφιο. Ίδιος Παλαιολόγος! Όλο θεωρία και κύρος.

-Αγάπιε, πώς το βλέπεις το άμφιο;
-Μια χαρά είναι, πάτερ. Με γεια σου.
-Για σήμερα που έχουμε γάμο, πώς το βλέπεις; Να το φορέσω;
-Φόρα το.
-Είναι και λευκό. Συμβολίζει την καθαρότητα και τη φωτεινότητα της Θείας Χάριτος. Ό,τι πρέπει δεν είναι;
-Εσύ τα ξέρεις αυτά, πάτερ. Άντε, καλοφόρετο.
-Μου πάει δηλαδή, Αγάπιε;
-Μα τώρα πάτερ, κουβέντες είναι αυτές που κάνουμε; Άνδρες ως απάνω και να συζητούμε για υφάσματα;
-Σε παρακαλώ Αγάπιε, που θα μου πεις υφάσματα τούτο το άμφιο! Τούτο το άμφιο είναι ραμμένο με χρυσή κλωστή. Κοίτα εδώ λεπτοδουλειά. Κοίτα.
-Κοιτάω.
-Όχι, κοίτα.
-Κοιτάω, πάτερ, αλλά έχω και τους βασιλικούς να κοιτάξω μη μου τους πνίξει το νερό.  Άσε με να πάω ν’ αλλάξω το λάστιχο και θα ξανάρθω.

Πήγα αλλά δεν ξανάρθα. Πότιζα και κλάδευα όλη μέρα, μη με βρει και με τρελάνει. Μέχρι που ασβέστωσα για να περάσει ανώδυνα η ώρα και να φτάσει απόγευμα. Αναγκαστικά συναντηθήκαμε τότε, γιατί είχαμε τον γάμο.

-Καλός είμαι, Αγάπιε; Ωραίο το άμφιο, ε;
-Ωραίο.
-Σκέτο ωραίο; Πες κάτι. Το σχέδιο πίσω πώς το είδες, δείχνει;
-Δείχνει, πάτερ. Δείχνει. Αλλά πρέπει να πάω στον άνθρωπο που στήνει τις μπομπονιέρες. Θέλει και εκείνος να μου δείξει.
-Καλά, εσύ άλλες φορές που σε ζητούν, γκρινιάζεις ότι δεν είναι δική σου δουλειά. Τί προθυμία είν’ τούτη!

Τον άφησα να αναρωτιέται και να τριγυρνά ανάμεσα στα δέντρα. Περνούσε η ώρα και άνθρωπος δεν φαινόταν, να ‘ρθει να με λυτρώσει. Κάποια στιγμή ακούστηκε από τα έγκατα της γης μένος μεγάλο. Βρυχηθμοί. Κοπάδι από βούβαλους θαρρείς. Είδα τα φρύδια του πατρός Ονουφρίου να σηκώνονται ως τα σύννεφα και να μην έχουν από που να πιαστούν. Επέλαση. Ένα κομβόι από Harley μηχανές μπούκαρε από το χωματόδρομο με κορναρίσματα εκκωφαντικά. Σηκώθηκαν οι νεκροί από το χώμα. Το χώμα σήκωσε ομίχλη. Δεν μας είχανε ασφαλτοστρώσει το μονοπάτι ακόμη. Εκεί να ήσουν να έβλεπες το ολοκαίνουργιο το άμφιο…

-Τι είναι όλοι αυτοί, Αγάπιε;
-Οι καλεσμένοι του γάμου.
-Γιατί μαυροφορέθηκαν, αφού είναι γάμος!
-Είθισται στους κύκλους τους.
-Ποιούς κύκλους και τετράγωνα, μωρέ. Μπουφάν γιατί φορούν, αφού έχει ζέστη;
-Είναι χαρλεάδες, γι’ αυτό. Γυρίζουν με τις μηχανές όλο τον κόσμο, οπότε πρέπει να φορούν μπουφάν για ασφάλεια.
-Ποιά ασφάλεια, Παναγιά μου, καταπάνω μας έρχονται… Αυτά θα ζήσανε και τότε στην Άλωση…. «Υπερμάάάάάάχω, στρατηγώ τα νικητήρια…»
-Σταμάτα να ψέλνεις πάτερ. Τί είναι αυτά τώρα;
-Κοίτα πως μου καταντήσανε αφόρετο άμφιο. Κοίτα χάλι.
-Κάνε στην άκρη να περάσουν.
-Ποιά άκρη Αγάπιε; Πού να περάσουν; Με τις μηχανές θα μπούνε στον ναό;
-Εδώ στο προαύλιο θα τις αφήσουν. Μου το ζητήσανε τότε που ήρθανε για τα κανονίσματα, αλλά εσύ έλλειπες. Είχα ξεχάσει να στο πω. Θα τις αράξουν σε κύκλο γύρω από το ζευγάρι. Δεν είναι κακό, μην τους το χαλάσεις, αφού έξω θα τον κάνουμε τον γάμο έτσι και αλλιώς. Μη φέρεις αντίρρηση τώρα, πάτερ, σε εκλιπαρώ, θα εκτεθούμε. Κάνε άκρη να περάσουν και θα δεις. Θα γίνει γάμος απ’ τους λίγους.

Κι έγινε γάμος απ’ τους λίγους, παρόλο που οι χαρλεάδες ήτανε πολλοί, σαν τα καράβια του αλλουνού. Μιλιούνια. Στον γάμο στέκονταν σοβαροί – σοβαροί, αυτά που εκτιμά δηλαδή ο πατήρ Ονούφριος. Δυσκολεύτηκε μόνο στην αρχή να ξεχωρίσει τη νύφη, διότι κι αυτή πάνω απ’ το νυφικό, ίδιο μπουφάν με όλους φορούσε. Και έμοιαζε πολύ με τον γαμπρό. Ίδια μάτια, ίδια ματιά, ίδια τρέλα, ίδια γούστα, ίδια νοοτροπία, ίδιοι στόχοι. Καλά θεμέλια για να χτίσεις μια ζωή που θα διαρκέσει αρκετά.

Με αυτά και με κείνα στο τέλος ο πατήρ Ονούφριος πολύ είχε γλυκαθεί με όλη την παρέα. Γιατί του έβγαλαν γνησιότητα και αλήθεια. Γιατί του διηγήθηκαν ιστορίες από μέρη μακρυνά, που ούτε γνώριζε. Γιατί τους ένιωσε οικείους με τόση γενειάδα φυτρωμένη. Γιατί ήταν καθαροί, παρά το χώμα που σηκώνανε. Γιατί αργά το βράδυ, μετά τις μπύρες που τσουγκρίσανε στα αλουμινένια κουτάκια, ένας τον χτύπησε στον ώμο και του πρότεινε βόλτα με τη μηχανή, γιατί ήτανε ο πιο ξηγημένος παπάς από όλους. Έτσι του είπε. «Είσαι ωραίος παπάς. Δικός μας είσαι». Και επιτέλους ο πατήρ Ονούφριος ξεφορτώθηκε κείνο το άμφιο, μου το έδωσε για να το πάω στο καθαριστήριο και ανασηκώνοντας το πρόχειρο ράσο του, το καθημερινό, καβάλησε τη μηχανή και αφέθηκε στην πιο ελεύθερη βόλτα που έκανε ποτέ, πάνω στο βουνό, αφήνοντας να ανεμίσουν και τα σκισμένα του μανίκια και η χιλιομπαλωμένη του καρδιά.

Είτε κάνετε γάμο εφοπλιστή, είτε γάμο με Harley, μπείτε στο www.GamosPortal.gr

Περιμένουμε τα σχόλιά σας