Τα στραβά τα κουλούρια η νύφη τα πλάθει

Ένα από τα πράγματα που βγάζουν τον πατέρα Ονούφριο από τα ράσα του είναι η αργοπορία. Όχι στα φανάρια ή στη στάση του λεωφορείου εν ημέρα απεργίας. Αυτά υπάγονται στη γενικότερη αργοπορία, ενώ εκείνον η ειδική αργοπορία είναι που τον φουντώνει. Της νύφης. Να περιμένουν οι καλεσμένοι όρθιοι στα σκαλιά της εκκλησίας κι αυτή να κάνει το κομμάτι της. Αυτό, καθώς και το πάτημα του ποδιού του γαμπρού, τον φτάνουνε στα όριά του.

Γι’ αυτό και στις υποψήφιες που μας έρχονται, παραδίδει δυο πολύ συγκεκριμένες  προειδοποιήσεις. Απειλές.

1ον: «Αν αργήσετε πέραν του πενταλέπτου, θα κλειδωθώ στον ναό και δεν θα τον ανοίγω»
και
2ον: «Αν πάρει το μάτι μου πόδι σηκωμένο και έτοιμο για πάτημα, θα πάρω δρόμο κι άντε βρείτε με».

Ακούνε κι αυτές και συμμαζεύονται. Συνετίζονται. Τέλος πάντων, και άλλα σχέδια να έχουν βάλει με το νου τους τα τροποποιούν. Ουδέποτε μας έτυχε αργοπορία, πέραν της νύφης που θαλασσοδερνόταν με τη βάρκα και δεν έλεγε να δέσει, όμως δικαιολογήθηκε αυτό λόγω ανωτέρας βίας και βλακείας δικής της. Κι όπως ο πατέρας Ονούφριος με έχει μάθει, άλλο η βλακεία και άλλο η κακή πρόθεση. Εμείς τις προθέσεις εξετάζουμε.

Μια φορά, ήταν η ώρα εφτάμιση και δεν είχαμε απαρτία, παρόλο που ο γάμος ήτανε για τις εφτά. Η νύφη έλειπε και την αρμαθιά με τα κλειδιά του ναού την είχα από νωρίς χωμένη στην τσέπη. Ανέβαινα να ξεκρεμάσω το ρολόι του τοίχου, μην το κοιτάξει ο πατήρ Ονούφριος και πράξει κατά βούληση, όταν κατέφθασε η μαμά της νύφης με το κινητό στο χέρι για να μας διαφωτίσει. Είπε πως το αυτοκίνητο που την έφερνε έπαθε λάστιχο, πως ο πατέρας της ήταν άχρηστος και δεν ήξερε ούτε το χαρτί υγείας στο μπάνιο ν΄αλλάξει, σκέψου το λάστιχο, πως περίμεναν ένα ραδιοταξί να πάει και να τους πάρει, με το καλό.

Με το καλό πήγα να πάρω κι εγώ τον πατέρα Ονούφριο που άστραφτε, που βρόνταγε, που είχε τον ανειρήνευτο στο στόμα. Που δεν ξέρουν να σέβονται τον κόσμο που τις τιμά. Που δεν ξέρουν να σέβονται το ίδιο το μυστήριο. Που δεν ξέρουν να σέβονται τον καψερό που θα τις πάρει. Που δεν ξέρουν, ούτε τον εαυτό τους να σέβονται. Που ήρθε η μάνα της να μας πει παραμύθια της Χαλιμάς. Που μάνα της είναι, θα την δικαιολογούσε, αλίμονο! Που κάτι τέτοιες μανάδες μας χαλάνε τη δουλειά. Που και από άλλον Νομό να ερχόντουσαν θα είχανε φτάσει. Που φαινότανε εξ αρχής αλαφροΐσκιωτη η νύφη. Που όταν επιτέλους έφτασε, έβαλε τον μπαμπάκα της μπροστά να δώσει τη λαχανιασμένη απολογία

-Πάτερ. Μας συγχωράτε. Λάστιχο. Δοκίμασα να το αλλάξω. Μόνος μου. Δεν τα κατάφερα. Τα χέρια μου. Δεν πιάνουν.
-Μη στεγνώνετε το σάλιο σας και μας τα προλάβανε για την προκοπή και την αξιοσύνη σας. Μπείτε γρήγορα μέσα ν’ αρχίσουμε.

Με νεύρα πολλά και σβελτάδα στη γλώσσα έκανε έναρξη o πατήρ Ονούφριος. Έδωσε και στους ψάλτες σήμα να το τρέξουνε το πράγμα. Δεν ήταν μόνο η σύγχιση, μα και η βιάση. Μας περίμενε και άλλος γάμος και ενδεχομένως η επόμενη νύφη να είχε φώτιση Κυρίου και να ερχότανε στην ώρα της. Ούτε που εννοήσαμε για πότε φτάσαμε στον Απόστολο. Τον Παύλο. Προς Εφεσίους, έλεγε, αλλά εμείς τα ακούγαμε.

«Αδελφοί, ευχαριστείτε πάντοτε υπέρ πάντων…».

Να ευχαριστήσουμε, αμέ. Εγώ ειδικώς να δεις ευχαριστία, που τελειώναμε στο πιτς φιτίλι και θα προλάβαινα να σκουπίσω σαν άνθρωπος πριν μπουκάρουν οι επόμενοι. Στο λογισμό μου επάνω λάλησε ο ψάλτης «…η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», μα για τύχη μας κακή, το πόδι της νύφης εμφάνισε ύποπτη κινητικότητα. Ήτανε σηκωμένο, λυγισμένο, ετοιμοπόλεμο και επίφοβο. Ακριβώς σαν το βλέμμα του πατρός Ονουφρίου που σκέπαζε τα πάντα. Ωϊμεεε.

-Μη διανοηθείς να το κατεβάσεις, αυτό σου λέω μόνο, της είπε. Κράτα το τώρα εκεί που είναι και θα στέκεσαι στο άλλο, μέχρι να σου πω.

Υπάκουσε εκείνη τρεμάμενη. Λίγο είναι να σε κοιτά αγριεμένος ο πατήρ Ονούφριος! Αχ, τη δόλια, την άφησε να στέκεται σαν το φλαμίνγκο και μονάχα στο χορό του Ησαΐα της έδωσε άδεια να κατεβάσει το πόδι, όχι επειδή τη λυπήθηκε, μα για να μη λυσσάξει το εκκλησίασμα στο γέλιο βλέποντάς την να κάνει κουτσό.

Ακούγοντας η νύφη το λυτρωτικό «Αμήν» λιποθύμησε. Ξερή. Κούραση, άγχος, η συγκίνηση του γάμου… Γνωματεύε ο περίγυρος. Η καλή της πεθερά άρχισε να την πλακώνει στα χαστούκια για να τη συνεφέρει, μα δεν φάνηκε αποτελεσματική η τακτική της και ζήτησαν από μένα γιατροσόφια και κολώνιες. Ο γαμπρός αμέτοχος, κοιτούσε τα συμβάντα. Κι η πεθερά του τα κοιτούσε και τον έκραζε γρουσούζη.

Κάποια στιγμή η νύφη άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που ψέλισε ήταν «σκοτώστε την». Νόμιζα πως για την πεθερά της το λέει, μα ο καπάτσος πεθερός της εννόησε αμέσως. Έπιασε το νυφικό απ’ το στρίφωμα και της το ανέβασε ως τα μπούτια, αποκαλύπτοντας σε όλους μας τόσο τα αγαθά που θα απολάμβανε το χαϊβάνι ο γιος του, όσο και τη μαύρη αλήθεια. Μαύρη προς το καφέ, με έξι πόδια και δυο κεραίες να της χαϊδολογούν το γυμνό δέρμα γύρω από την καλτσοδέτα. Την εν λόγω κατσαρίδα πήγαινε να πατήσει η κακομοίρα την ώρα που ανασήκωνε το πόδι κι επειδή ο πατήρ Ονούφριος την εμπόδισε, λούφαξε η σιχαμένη βαθιά στο φουντωμένο νυφικό. Κι αναρωτιόμουνα τι έχει η νύφη και ιδρώνει! Τί άλλο να χει, δηλαδή…

Πολύ μετά το τέλος και του επόμενου γάμου, αφού συμμάζεψα το ναό, βγήκα να συμμαζέψω και τα εκτός του, τ’ ασυμμάζευτα. Ο πατήρ Ονούφριος τσάκιζε τις ήδη τσακιστές ελιές που του είχαν στείλει από ένα μοναστήρι και γέμιζε το καλιμάφκι του κουκούτσι. Του πήγα ένα νερό, μην κορακιάσει.

-Ξύδι φέρε μου, τέτοιος που είμαι.
-Όχι, βρε πάτερ.
-Οχιές και κόμπρες, Αγάπιε. Φίδια με ζώνουν. Το είδες το πουκάμισο του πατέρα της νύφης;
– Τί του ήρθε και φόρεσε ροζ, μεγάλος άνθρωπος!
-Για το ροζ λέω μωρέ ή για τις τσαλάκες και τα γράσα; Όντως τους έπιασε λάστιχο και εγώ την παρεξήγησα την κοπέλα. Και με την αργοπορία στην αρχή, και με το τρισάθλιο ζωντανό μετά. Πού ακούστηκε κατσαρίδα στον ναό μας…
– Και στην μητρόπολη μπορεί να ακουστεί, πάτερ. Δεν ρωτάνε οι κατσαρίδες πριν μπουν.
-Να καθαρίζεις καλύτερα, Αγάπιε. Και στις γωνίες.
– Παντού καθαρίζω, πάτερ. Δεν κάνω άλλη δουλειά όλη μέρα.
– Αύριο να ξαραχνιάσεις. Να ξεσκονίσεις και τα βιβλία. Εκεί μαζεύονται αύτες.
– Μάλιστα.
– Και το πρωί, όχι νωρίς διότι θα είναι απ’ το γλέντι η κοπέλα, να πάρουμε τηλέφωνο τη νύφη, να της ζητήσω συγγνώμη.
– Μάλιστα.
– Θέλω να της εξηγήσω.
– Μάλιστα.
– Δεν είχα κακή πρόθεση.
– Μάλιστα.
– Με παρέσυραν τα γεγονότα και οι ενδείξεις.
– Μάλιστα.
– Είδες που στα λέω;
– Μάλιστα.
– Οι σκέτες ενδείξεις δεν βοηθούν στο να κρίνεις σωστά.
– Μάλιστα.
– Βάλε τώρα να έχει όρεξη ο Θεός να σπάσει πλάκες ή απλώς να αποφασίσει να σ’ εκθέσει.

Με τέτοια λόγια αναμμένα με έφτασε ο πατήρ Ονούφριος ως τα μεσάνυχτα. Τότε, ο νοικοκύρης ύπνος του τα βούτηξε σιγά – σιγά στη βραδινή υγρασία και του τα έσβησε. Άδειασα κι εγώ τα κουκούτσια στο χώμα και τον πήγα ως το ντιβάνι του ν’ αναπαυθεί.

Για να μην έχει ο γάμος απρόοπτα… www.GamosPortal.gr

Περιμένουμε τα σχόλιά σας