Βρες τη νύφη εσύ και εγώ σε στεφανώνω

Χτυπούσε το τηλέφωνο λες και είχε μέσα του δαιμόνιο και ήταν αξημέρωτο ακόμα, πριν τον όρθρο. Έτρεξα να το σηκώσω με την πυτζάμα ανεβασμένη και το βλέφαρο πεσμένο στο χαλί. Τον πατέρα Ονούφριο ζητούσαν, επειγόντως, κι ευτυχώς που είχαμε φώτιση Kυρίου και πέσαμε να κοιμηθούμε στο δωμάτιο πλάι στο ναό, γιατί αν είχαμε επιστρέψει στα σπίτια μας, άιντε βρες μας επειγόντως…

-Πάτερ, σήκω, τηλέφωνο.
-Ποιός είναι;
-Ο Πάπας.
-Ποιός πάπας, μωρέ, όνειρο βλέπεις;
-Της Ρώμης ο Πάπας, άκου ερώτηση! Θέλει να σου μιλήσει. Βιάσου.
-Με ζητά εμένα ο Πάπας;
-Τί σου λέω τόσην ώρα; Στο τηλέφωνο τον έχω, σήκω να συνεννοηθείς.

Σηκώθηκε, συνεννοήθηκε, σπαστά μιλούσανε, κάνανε και γέλια τρανταχτά, κι εγώ μες στο χασμουρητό μου θαύμαζα τις πολιτισμένες πλέον σχέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την Ορθόδοξη, μετά τις συγγνώμες και τις συγχωρέσεις που δόθηκαν και ευφραινόμουν που τώρα να, δεν μάχεται πλέον η Δύση την Ανατολή, μήτε η Ανατολή τη Δύση και να, μιλούν πολιτισμένα. Ξάφνου με τίναξε από την ευσεβή μου χαρά το ακουστικό που έκλεινε.

-Δεν μου λες, Αγάπιε, παλάβωσες;
-Πολύ θέλει κανείς για να το χάσει εδώ μέσα!
-Ποιόν Πάπα μου έδωσες για να μιλήσω;
-Δεν ξέρω πως τον λένε, έχουν και αλλιώτικα ονόματα αυτοί. Αυτόν του με το μπαλκόνι και τους λευκούς καπνούς, τον πρόσφατο…
-Αγάπιε, ο Πάππας που μου τηλεφώνησε ήταν από την Αμερική και δεν είναι Πάπας στην ιδιότητα, είναι Πάππας στο όνομα. Ομογενής είναι ο άνθρωπος και γράφεται Πάππας, με δυο π.
-Και ο άλλος με δυο π γράφεται.
-Δυο π στη μέση, εννοώ. Τρία π σύνολο, μαζί με το αρχικό.
-Άσε με, πάτερ με την ορθογραφία μες στο μαύρο το σκοτάδι, λυπήσου με.
-Εσύ με λυπήθηκες μ’ αυτά που μ’ αράδιασες; Άκου ο Πάπας…
-Πάπας μου είπε, Πάπας άκουσα και τέλος πάντων Πάππας ήταν. Δεν είχα λεξικό να του μετρούσα τα π. Άσε με να ξανακοιμηθώ. Καληνύχτα.

Με άφησε να ξανακοιμηθώ χωρίς αντίρρηση, διότι ήξερε καλά πως το πρωί θα με δοκίμαζε σκληρά. Όχι μόνον εκείνο το πρωί, μα και όλα τα επόμενα, μέχρι να σηκωθούμε και να πάμε το ταξίδι. Ο Πάππας βλέπεις με τα τρία π, ήταν από ένα χωριό με τρία πλατάνια, γειτονικό με του πατρός Ονουφρίου και ήταν άνθρωπος φτωχός στο πάλαι ποτέ παρελθόν, μα τώρα όριζε μιαν αλυσίδα εστιατορίων με σουβλάκια, μουσακάδες και χωριάτικες σαλάτες στην άκρη του «Ματσατσούσετς» και χαιρόταν πλούτη μεγάλα και χαρές μεγαλύτερες, διότι είχε εγγονή της παντρειάς, μονάκριβη και πολυαγαπημένη, και είχε και γαμπρό τίγκα στο δολλάριο και το μόνο που έλειπε ήταν να τους δει στεφανωμένους, οπότε θα περίμενε τον πατέρα Ονούφριο να φτάσει και να το πράξει, γιατί κάποτε, κάτω από εκείνα τα πλατάνια, είχαν συνάψει συμφωνία, είχανε δώσει χέρια, είχανε δώσει λόγο:

-Εγώ μια μέρα θα γίνω παπάς, είχε πει ο ένας.
-Άμα γίνεις εσύ παπάς, θα σε βάλω να μου στεφανώσεις τα εγγόνια, είχε πει ο άλλος.
-Εγώ σου ξαναλέω, θα γίνω παπάς, είχε ξαναπεί ο ένας.
-Κι εγώ σου δίνω το λόγο μου, πως άμα γίνεις παπάς θα σε βάλω να μου παντρέψεις τα εγγόνια, είχε συμπληρώσει ο άλλος.

Και τούτο καλούμασταν τώρα να πληρώσουμε, την αλαφράδα της στιγμής. Επί της ουσίας δεν θα πληρώναμε. Ο Πάππας θα κάλυπτε όλα τα έξοδα και το πολυτελές ξενοδοχείο και το «μπίστσνες πλας» αεροπορικό εισιτήριο και για τον πατέρα Ονούφριο και για μένα. Αυτά μου κάνει ο πατήρ Ονούφριος και με συγκινεί. Δήλωσε ξεκάθαρα πως δίχως τον Αγάπιο δεν πάει πουθενά και πως άμα θέλουνε εκείνον, πρέπει να κανονίσουνε και για εμένα τα έξοδα που είμαι το δεξί του χέρι. Όχι από ξιπασιά, από ανάγκη.

Του ‘φεξε του Πάππας που αφράτεψε ξαφνικά ο προγραμματισμός εξόδων του, μα είχε χρήμα να πετάξει και το έκανε κέφι. Μου ‘φεξε και μένα που μου χαρίζανε ταξίδι υπερατλαντικό, ενώ κανονικά φτάνω ως το Λιανοκλάδι. Κάλλιο όμως να έπρεπε μια ντουζίνα νήπια να συνοδεύω με το σχολικό, παρά αυτά που πέρασα. Από τη στιγμή που αρχίσαμε να τρέχουμε με τον πατέρα Ονούφριο για φωτογραφίες, χαρτιά, διαβατήρια και βίζες, μέχρι τη στιγμή του αεροδρομίου, που ξεφορτωθήκαμε όλες τις βαλίτσες και αφού αλάφρυνε το χέρι μας, έβγαλε ο πατήρ Ονούφριος από την τσάντα του τις δυο Διαθήκες, Παλαιά και Καινή, κι έπιασε να μου διαβάζει Εδάφια και να μου κάνει συγκρίσεις για να κυλήσει ο χρόνος. Είχαμε και καθυστέρηση… Σαν απογειωθήκαμε μου έδωσε ένα χαρτί και μου υπαγόρευε τη δική του διαθήκη. Ένιωθε φόβο λόγω ύψους. Ή σχολίαζε ή ρώταγε ή έψελνε, αρκεί το στόμα να δουλεύει.

-Σταμάτα πάτερ τις Ωδές κιι είναι κόσμος μπροστά.
-Kοντάκια είναι, Αγάπιε! Μάθε επιτέλους να τα ξεχωρίζεις. Αποδιώχνω το φόβο, άσε με να ψάλω. Τα έπιπλα να γράψεις πως τα αφήνω στο μικρό γηροκομείο της γειτονιάς. Κοίτα που ανεβήκαμε, πάνω απ’ τα σύννεφα… «Υιέ της Παρθένου, Θεέ της Παρθένου και του κόσμου ποιητάάά….»
-Οι Γιαπωνέζοι μας τραβάνε βίντεο, μπορείς να σταματήσεις γιατί γινόμαστε ρεζίλι…
-Άλλοι κι άλλοι δεν γίνονται ρεζίλι που βγαίνουνε και τραγουδούν κάτι ανεκδιήγητα και γίνομαι εγώ με τον Ρωμανό τον Μελωδό; Σε παρακαλώ πολύ…. «…σόν το πάθος, σόν το βάθος της σοφίίίας…»
Όχι πως είχε και άδικο, μα ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Την είχα βέβαια μακρυά, χιλιάδες πόδια κάτω και ήλπιζα πια στον ουρανό και στη βοήθεια που θα κατέφθανε από τα γεμάτα τρόλεϊ των αεροσυνοδών.

-Ευγενέστατες είναι, Αγάπιε… Όλο νοστιμιές μας προσφέρουν. Και κρουασάν και μπισκότα και κέικ και σάντουιτς και ομελέτα και καφέ και τσάι και χυμό και τι ακόμα!
-Και εσύ να μην αρνείσαι ούτε την καραμέλα. Δεν άκουσα να ξεστομίσεις ένα όχι. Να πεις ας πούμε, ευχαριστώ, δεν θα πάρω.
-Μα δεν είναι νηστεία, μπορώ να αρτυθώ. Αμαρτία δεν είναι να πεταχτούν; Άλλοι δεν έχουνε να φάνε.
-Ναι, για τα παιδιά της Αφρικής είναι που τρως εσύ σαν κροκόδειλος…
-Αυτό το σακουλάκι τί το κάνουμε, Αγάπιε;
-Πετάμε τα τσόφλια από τον πασατέμπο.
– Θα μας φέρουν και σποράκια; Τι καλά. Για να περνά η ώρα εύκολα…
-Για τον εμετό είναι, πάτερ. Μην πιάσει καναν άνθρωπο ανακατωσούρα απ’ τα υψόμετρα και τα κουνήματα. Η ώρα βλέπω να περνάει βασανιστικά…

Κάποια πονεμένη στιγμή δέησε να πατήσει το πόδι μας σε χώμα αμερικάνικο. Πάνω που είχα καλμάρει τον πατέρα Ονούφριο και τον είχα σε καταστολή, μου χαλάσαν τη δουλειά και μου τον τάραξαν απότομα. Ο γάμος θα γινότανε αμέσως. Δυστυχώς έτσι είχε βγει το δρομολόγιο. Μας παρέλαβε κούρσα ακριβή και μας έτρεχε. «Κάντιλακ» μακρυά. Και όλα εκεί πέρα μακρυά και τεράστια και νοθευμένα. Η γλώσσα κυρίως. Ούτε ελληνική, ούτε αμερικάνικη, γιατί με τα χρόνια ο Πάππας της είχε και τις δυο εντός του χαλασμένες. Ο δε γαμπρός με τη νύφη δεν γνωρίζανε ούτε κατά που πέφτει η Ελλαδίτσα και κάπου στο Ζιμπάμπουε την υπολογίζανε ή κάτω από τις Φιλιππίνες. Τέτοια καλλιέργεια!

Η τελετή γινότανε σε εκκλησία ελληνική, σε κοινότητα ελληνική, μα ήταν ξένη, παντελώς. Ήρθε η νύφη παρέα με άλλες εννέα ξανθωπές φιλενάδες, ντυμένες όλες στα μωβ σαν τις Μυροφόρες της Μ. Παρασκευής. Άλλη φόραγε μακρύ, άλλη κοντό, άλλη μεσαίο, άλλη ξώπλατο, άλλη μακρυμάνικο, άλλη με τον έναν ώμο έξω, μα όλες να συγκλίνουνε πεισματικά στο ίδιο μωβ και να βαστούν στα χέρια ίδια λουλούδια λιλά. Ήρθε και ο γαμπρός παρέα με εννέα φίλους του, με ίδιο μωβ ζωνάρι και ασορτί μωβ παπιγιόν, σαν από ίδρυμα όλοι τους και να νομίζει ο πατήρ Ονούφριος πως πάθανε ζημιά τα μάτια του απ’ το ταξίδι και γι’ αυτό τα βλέπει όλα πολλαπλά. Τα έτριψε, τα ξανάτριψε, να βγει το τζίνι να του πει ποια από όλες είναι η νύφη!

Και να την η έκπληξη η μη αναμενόμενη: η νύφη ήταν αυτή με την παραφουσκωμένη κοιλιά. Έγκυος εφτά μηνών, καλοθρεμμένων, με γάμπες πρησμένες σαν «μπέργκερ» διπλό, αλλά με τις νταγκούνες – νταγκούνες και το στρας να βασιλεύει, σε μάγουλο και νύχι… Ένα νύχι (δέκα νύχια δηλαδή), σαν του γύπα μακρύ. Πώς θα το έπιανε το βρέφος σαν γεννιόταν; Εδώ στον πατέρα Ονούφριο έδωσε χειραψία και του τρύπησε τη χούφτα! Τινάχτηκε ο δόλιος ως τον τρούλο. Και δεν του έφτανε που μόνος μίλαγε, μόνος ευλογούσε κι άνθρωπος δεν τον εννοούσε εξόν από εμέ, είχε και να τοποθετεί κάθε τόσο το γαμπρό, τη νύφη και τον «μπεστ μαν» σαν τα «πλεϊμομπίλ» στο σωστό το σημείο, γιατί είχανε και οι τρεις τους μαύρα μεσάνυχτα από Ορθόδοξο Μυστήριο, παρόλο που ήτανε και οι τρεις τους βαφτισμένοι ορθόδοξοι.

Όταν έπιασε να τους στρίψει για να χορέψουν το χορό του Ησαΐα, η ουρά από το φόρεμα της νύφης που τόσην ώρα σκούπιζε το πεζοδρόμιο κι ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το μπροστά που ήταν «μίνι», άρχισε να μπαίνει σούρνωντας μες στο ναό και να στρέφεται γύρω απ’ τον άξονά της. Μας τύλιγε όλους σαν τα σουβλάκια του Πάππας και κοντέψαμε να βρεθούμε κάτω για να ‘χει μετά ο Νέος Κόσμος να γελάει με τα χάλια μας. Τους. Σου λέει όμως, έτσι είναι η Αμερική, τα έχει όλα μπόλικα και «χιουτζ» και «γκραντς» και γι’ αυτό μου βγήκε κι εμένα μεγάλο το επεισόδιο.

Όλα δε, θορυβώδη. Τελείωσε το Μυστήριο και έσπασε το τύμπανό μας απ’ την ηχορύπανση, διότι είθισται πίσω από το αυτοκίνητο του ζευγαριού να δένουνε μια παλέτα γάλατα εβαπορέ άδεια από γάλα, μαζί και μια αρμαθιά ντενεκεδάκια από πελτέ ντομάτας, δίχως τον πελτέ, και όλα μαζί να κοπανούν σαν ξεκινά και τρέχει για να μας πληροφορήσουν πως μόλις παντρεύτηκε το ζευγάρι, «Just Μarried» να ενημερώνουν, λες και είμαστε ηλίθιοι και δεν θα το καταλάβουμε αλλιώς.

Μην τα πολυλογώ και κυρίως μην τα θυμάμαι και κουράζομαι. Καλά να είναι η ψυχούλα  του Πάππας και να τον κατέταξε «εκ δεξιών Του» ο Θεός όταν τον πήρε, μας πρόσφερε σπουδαίο ταξίδι που όμως δεν φχαριστηθήκαμε ιδιαιτέρως. Οι ευκαιρίες τελικά είναι για τον καθένα σχετικές. Για άλλον είναι όνειρο ζωής να δει τις Ινδίες, για άλλον είναι εφιάλτης. Άλλος θέλει σαν τρελός να φτάσει στην Κίνα, άλλον δεν τον νοιάζει κι αν δεν κουνηθεί απ’ το νησί του.

Τέτοιος έχω την αίσθηση πως είναι και ο πατήρ Ονούφριος. Σε εκείνο το ταξίδι έφτασε ως την άκρη της γης, είδε ουρανοξύστες, γέφυρες, περίεργα κτίρια, μεγάλες λεωφόρους, τεράστια πάρκα, μαγαζιά με επίπεδα, πολιτείες ξένες και τέσσερα διαφορετικά αεροδρόμια, μα ένιωσε πως είχε ολάκερο τον κόσμο δικό του, μονάχα τη στιγμή που επιστρέψαμε και κάθισε ξανά στο πεζούλι, με την πλάτη στηριγμένη στον ασβεστωμένο τοίχο του ναού και το βλέμμα στον ορίζοντα. Τον διαιτητή όπως του αρέσει να λέει, του αιώνιου τσακωμού ανάμεσα στα δυο αγαπημένα του μπλε. Αυτό του ουρανού και αυτό της θάλασσας.

Βρέθηκε η νύφη; Μπείτε στο www.GamosPortal.gr

Περιμένουμε τα σχόλιά σας