Ιστορίες Γάμου

Ιστορίες Γάμου

Ο νεωκόρος Αγάπιος, εμπιστεύεται στη συγγραφέα Κωνσταντίνα Τασσοπούλου ιστορίες γάμου, αποστάγματα από την πολυετή του εργασία σ’ ένα γραφικό, παραθαλάσσιο εκκλησάκι, με πρωταγωνιστή τον μοναδικό, π. Ονούφριο.

Οι Ιστορίες Γάμου κυκλοφορούν σε βιβλίο, από τις εκδόσεις Εντύποις.

Η νύφη ήταν είκοσι ετών. Μπουμπούκι κλειστό που βιάζονταν να το μαδήσουν. Ερχόταν με τη μαμά της για να ρυθμίζουν μαζί τα του γάμου, αλλά τελικώς τα ρύθμιζε μόνη. Η μαμά της. Έτσι γίνονται αυτά, τα ξέρω. Όσο μικρότερη η θυγατέρα, τόσο μεγαλύτερος ο ρόλος της μητρός, παρόλο που σπανίως ισχύει το αντίστροφο.


Είναι ορισμένες πεθερές που τον τιμούν τον ρόλο τους. Την έννοια της λέξης την υποστηρίζουν και την ξεπερνούν. Όχι απλώς πενθούν τον έρωτα, μα φροντίζουν να είναι και αυτές που θα τον έχουν σκοτώσει.


Ήταν να φτάσει η νύφη με βάρκα. Πράγματα συνηθισμένα. Όλες όσες μας έρχονταν αυτό είχαν κατά νου: καΐκάκι, κουπάκι, πλιτς – πλατς το κυματάκι, να αλατιστούν καλά – καλά και ύστερα, να μπουν στην εκκλησία σαν παστοί μπακαλιάροι.


Όλο το πρωινό ο πατήρ Ονούφριος το είχε περάσει μπροστά στον καθρέφτη, καμαρώνοντας τα καινούργια του άμφια. Σαν παιδί έκανε. Τα φόραγε, τα έβγαζε, τα κοίταζε, τα δίπλωνε, τα σήκωνε, τα κατέβαζε, μια το δεξί μανίκι, μια το αριστερό. Φορούσε τα γυαλιά και παρατηρούσε τα σχέδια. Χάιδευε τα κεντήματα. Του είχε έρθει δώρο ουρανοκατέβατο ή μάλλον, εκ θαλάσσης. Από οικογένεια εφοπλιστάδων. Ο μπαμπάς της νύφης είχε φαίνεται μεγάλο καημό να την παντρέψει, διότι την είχε βέβαια καλοπροικισμένη, αλλά μονάχα αυτός. Η φύση ξέχασε να την προικίσει. Και ήταν άσχημη. Πολύ άσχημη. Κακάσχημη ήταν. Δε βλεπόταν.


Ήταν μια φορά μια νύφη που την έδερνε φτώχια μεγάλη και δεν είχε ρύζι ούτε για την κατσαρόλα, όχι για να της το πετούν στον γάμο και να πηγαίνει στα σκουπίδια. Ο δε γαμπρός που είχε βρει, ήτανε σε τρισχειρότερο από το δικό της χάλι και λογάριαζε να παντρευτεί με τρύπιο σώβρακο και με μανταρισμένη κάλτσα. Τον πρόλαβε όμως ο πατήρ Ονούφριος, διότι σωστά το λεν πως σφίγγει ο Θεός, αλλά δεν πνίγει. Σφίγγονταν αυτοί απ’ το ζωνάρι που έσφιγγε και από τη φτώχια την καταραμένη, όμως είχαν και μια ευλογημένη γνωριμία που αποδείχτηκε πλούτος σωστός. Tράπεζα. Γνωρίζανε από παλαιά τον πατέρα Ονούφριο.


Χτυπούσε το τηλέφωνο λες και είχε μέσα του δαιμόνιο και ήταν αξημέρωτο ακόμα, πριν τον όρθρο. Έτρεξα να το σηκώσω με την πυτζάμα ανεβασμένη και το βλέφαρο πεσμένο στο χαλί. Τον πατέρα Ονούφριο ζητούσαν, επειγόντως, κι ευτυχώς που είχαμε φώτιση Kυρίου και πέσαμε να κοιμηθούμε στο δωμάτιο πλάι στο ναό, γιατί αν είχαμε επιστρέψει στα σπίτια μας, άιντε βρες μας επειγόντως…


Μας είχε βγει το λάδι κείνη την περίοδο, αλλά το αναπληρώναμε σε ρύζι. Εγώ ήμουν διαρκώς πίσω από μια χαλασμένη ηλεκτρική και ίδρωνα να ρουφάω ένα – ένα τα σπυριά κάτω απ’ τα στασίδια. Μόλις τελείωνα έριχναν φρέσκα. Ο Πατήρ Ονούφριος είχε βγάλει στη γλώσσα μαλλί και το πήγαινε από «Δι Ευχών» σε «Ευλογητός» και τούμπαλιν. Τα ξέραμε βέβαια αυτά, ήμασταν συνηθισμένοι.


Ο γάμος ήταν κανονισμένος για νωρίς το απόγευμα. Μην κοιτάς πότε έγινε. Είχε ξεκινήσει με λαμπρές προοπτικές. Το ζευγάρι δεν είχε εκφράσει απαιτήσεις. Ούτε βιολιά να τους υποδεχτούν, ούτε νταούλια να τους αποχαιρετήσουν, ούτε ζουρνάδες, ούτε λυράρηδες, ούτε το ρύζι να πέφτει με τη φορά του ανέμου, γιατί άμα πέφτει με την αντίθετη δεν μας κάνει, ούτε να καίνε μόνο τα δεξιά καντήλια, γιατί άμα καίνε και τ’ αριστερά δεν μπορούμε, ούτε να λιβανίζουμε μόνο με τριαντάφυλλο, γιατί άμα λιβανίζουμε με γιασεμί μας πιάνει δύσπνοια, ούτε η νύφη να πέφτει εξ ουρανού με το γαμπρό να αναδύεται εν τω μέσω της θαλάσσης. Απλότις και λιτότις. Το καλύτερο για εμάς.


«Τω καιρώ εκείνω, είπεν ο…» Πατήρ Ονούφριος να δρομολογήσει καινούργιες αποφάσεις, ένεκα των περιπετειών της υγείας του και προκειμένου να μην μεταβεί εκτάκτως «εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως». Είπε να ελαττώσει το αλάτι, τη ζάχαρη και τις ταραχές. Είπε και να αυξήσει την ξεκούραση. Και επειδή τα πρώτα τα είπε αλλά δεν τα έπραξε, στο τελευταίο τα έδωσε όλα. Καθιέρωσε απαρέγκλιτη, απαράβατη και απαραβίαστη μεσημεριανή σιέστα - δύο με τέσσερις καθημερινώς - ώστε να σηκώνεται το απόγευμα δυναμωμένος και ορεξάτος. Κάθε απόγευμα, εξόν από εκείνο που στο ξύπνημα τον είδα αλαφιασμένο και με τρεμάμενη γενειάδα.


Αρχές Φθινοπώρου. Με ζέστη καλοκαιρινή και φουρτούνες χειμωνιάτικες. Η υγεία του Πατρός Ονουφρίου πήγαινε κι ερχότανε, ωσάν καΐκι στ’ ανοιχτά με ισχυρό μπουρίνι. Αδυναμίες είχε. Αρρυθμίες είχε. Παλμούς είχε. Δύσπνοια είχε. Ζαλάδες είχε. Ιλλίγους είχε.  Σκοτοδίνες είχε. Είχε και καύσωνα. Όλα τα είχε, εναλλάξ ή ταυτοχρόνως. Σ’ ένα τέτοιο «ταυτοχρόνως» είπαμε πάει ο Πάτερ, τα κακαρώνει, μας αποχαιρετά. Κει που έστεκε στητός σαν κυπαρίσσι, σωριάστηκε χάμω κι έγινε τριφύλλι για να τον πατάς. Εν ώρα Μυστηρίου όλα αυτά.


Ανήμερα Δεκαπενταύγουστου. Τότε είχε πει το ζευγάρι πως επιθυμεί να παντρευτεί και μάλιστα καταμεσήμερο, στις τρεις. Ασυνήθιστο, όμως είχε εξήγηση. Θέλανε το γάμο κρυφό, να μη μαθευτεί. Να σκεφτείς, την ανακοίνωση την είχαν βάλει σε μια μικρή εφημερίδα που ούτε οι δημοσιογράφοι της δεν τη διαβάζουν, για να μην την πάρει κανά μάτι. Και για κουμπάρο ζήτησαν εμένα, ώστε να μην παραβρεθεί κανείς δικός τους. Αυτό που θέλανε ήταν να γλιτώσουν τα όργανα. Τα κυριολεκτικά και τα μεταφορικά. Ασυνήθιστο και αυτό αν αναλογιστείς και την καταγωγή τους. Από τα Σφακιά και από τη Σητεία. Αντίστοιχα. Εκείνος και εκείνη.


Ήταν από τις περιπτώσεις που δεν είχαν ξεκινήσει καθόλου καλά. Μας ζητούσαν γάμο και βάφτιση μαζί. Να παντρευτεί αρχικώς το ζευγάρι και εν συνεχεία, να βαφτιστεί το παιδί τους που ήταν κοντά τριών ετών. Tέτοια που συγχύζουν τον Πατέρα Ονούφριο.


Σελίδα 1 από 2