Ιστορίες Γάμου

Ιστορίες Γάμου

Ο νεωκόρος Αγάπιος, εμπιστεύεται στη συγγραφέα Κωνσταντίνα Τασσοπούλου ιστορίες γάμου, αποστάγματα από την πολυετή του εργασία σ’ ένα γραφικό, παραθαλάσσιο εκκλησάκι, με πρωταγωνιστή τον μοναδικό, π. Ονούφριο.

Οι Ιστορίες Γάμου κυκλοφορούν σε βιβλίο, από τις εκδόσεις Εντύποις.

Αρχές Φθινοπώρου. Με ζέστη καλοκαιρινή και φουρτούνες χειμωνιάτικες. Η υγεία του Πατρός Ονουφρίου πήγαινε κι ερχότανε, ωσάν καΐκι στ’ ανοιχτά με ισχυρό μπουρίνι. Αδυναμίες είχε. Αρρυθμίες είχε. Παλμούς είχε. Δύσπνοια είχε. Ζαλάδες είχε. Ιλλίγους είχε.  Σκοτοδίνες είχε. Είχε και καύσωνα. Όλα τα είχε, εναλλάξ ή ταυτοχρόνως. Σ’ ένα τέτοιο «ταυτοχρόνως» είπαμε πάει ο Πάτερ, τα κακαρώνει, μας αποχαιρετά. Κει που έστεκε στητός σαν κυπαρίσσι, σωριάστηκε χάμω κι έγινε τριφύλλι για να τον πατάς. Εν ώρα Μυστηρίου όλα αυτά.


Η νύφη ήταν είκοσι ετών. Μπουμπούκι κλειστό που βιάζονταν να το μαδήσουν. Ερχόταν με τη μαμά της για να ρυθμίζουν μαζί τα του γάμου, αλλά τελικώς τα ρύθμιζε μόνη. Η μαμά της. Έτσι γίνονται αυτά, τα ξέρω. Όσο μικρότερη η θυγατέρα, τόσο μεγαλύτερος ο ρόλος της μητρός, παρόλο που σπανίως ισχύει το αντίστροφο.


Μας είχε βγει το λάδι κείνη την περίοδο, αλλά το αναπληρώναμε σε ρύζι. Εγώ ήμουν διαρκώς πίσω από μια χαλασμένη ηλεκτρική και ίδρωνα να ρουφάω ένα – ένα τα σπυριά κάτω απ’ τα στασίδια. Μόλις τελείωνα έριχναν φρέσκα. Ο Πατήρ Ονούφριος είχε βγάλει στη γλώσσα μαλλί και το πήγαινε από «Δι Ευχών» σε «Ευλογητός» και τούμπαλιν. Τα ξέραμε βέβαια αυτά, ήμασταν συνηθισμένοι.


Ήταν από τις περιπτώσεις που δεν είχαν ξεκινήσει καθόλου καλά. Μας ζητούσαν γάμο και βάφτιση μαζί. Να παντρευτεί αρχικώς το ζευγάρι και εν συνεχεία, να βαφτιστεί το παιδί τους που ήταν κοντά τριών ετών. Tέτοια που συγχύζουν τον Πατέρα Ονούφριο.


Ανήμερα Δεκαπενταύγουστου. Τότε είχε πει το ζευγάρι πως επιθυμεί να παντρευτεί και μάλιστα καταμεσήμερο, στις τρεις. Ασυνήθιστο, όμως είχε εξήγηση. Θέλανε το γάμο κρυφό, να μη μαθευτεί. Να σκεφτείς, την ανακοίνωση την είχαν βάλει σε μια μικρή εφημερίδα που ούτε οι δημοσιογράφοι της δεν τη διαβάζουν, για να μην την πάρει κανά μάτι. Και για κουμπάρο ζήτησαν εμένα, ώστε να μην παραβρεθεί κανείς δικός τους. Αυτό που θέλανε ήταν να γλιτώσουν τα όργανα. Τα κυριολεκτικά και τα μεταφορικά. Ασυνήθιστο και αυτό αν αναλογιστείς και την καταγωγή τους. Από τα Σφακιά και από τη Σητεία. Αντίστοιχα. Εκείνος και εκείνη.


Ήταν εκείνη την περίοδο λες κι είχε πέσει απ’ τον ουρανό βαριά κατάρα, να μας ζητούν το εκκλησάκι μόνο τρελοί. Πολλοί τρελοί. Πολύ τρελοί. Μας είχε τηλεφωνήσει από το προηγούμενο απόγευμα πως θα έρθει ένα ζευγάρι. Ορθόδοξος αυτός, καθολική εκείνη. Κάθισα από νωρίς να προετοιμάσω καταλλήλως τον Πατέρα Ονούφριο, να κατατοπιστεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολλές οι κουβέντες που ανοίγονται, είναι πολλά τα ερωτήματα που τίθενται, είναι πολλές οι απαντήσεις που ζητιούνται και δεν περισσεύει πάντοτε υπομονή. Ας γνωρίζει τι τον περιμένει να το διαχειριστεί καλύτερα.


Ο γάμος ήταν κανονισμένος για νωρίς το απόγευμα. Μην κοιτάς πότε έγινε. Είχε ξεκινήσει με λαμπρές προοπτικές. Το ζευγάρι δεν είχε εκφράσει απαιτήσεις. Ούτε βιολιά να τους υποδεχτούν, ούτε νταούλια να τους αποχαιρετήσουν, ούτε ζουρνάδες, ούτε λυράρηδες, ούτε το ρύζι να πέφτει με τη φορά του ανέμου, γιατί άμα πέφτει με την αντίθετη δεν μας κάνει, ούτε να καίνε μόνο τα δεξιά καντήλια, γιατί άμα καίνε και τ’ αριστερά δεν μπορούμε, ούτε να λιβανίζουμε μόνο με τριαντάφυλλο, γιατί άμα λιβανίζουμε με γιασεμί μας πιάνει δύσπνοια, ούτε η νύφη να πέφτει εξ ουρανού με το γαμπρό να αναδύεται εν τω μέσω της θαλάσσης. Απλότις και λιτότις. Το καλύτερο για εμάς.


Ήταν να φτάσει η νύφη με βάρκα. Πράγματα συνηθισμένα. Όλες όσες μας έρχονταν αυτό είχαν κατά νου: καΐκάκι, κουπάκι, πλιτς – πλατς το κυματάκι, να αλατιστούν καλά – καλά και ύστερα, να μπουν στην εκκλησία σαν παστοί μπακαλιάροι.


Σελίδα 2 από 2